dinsdag 6 november 2018

Ο Απόδημος Ελληνισμός στις Κάτω Χώρες

Στις Κάτω Χώρες – Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο-, όπου ο πληθυσμός ανέρχεται σε 28 εκκατομύρια κατοίκους, ζουν περίπου 37.500 Έλληνες ή ελληνικής καταγωγής πολίτες. Ο αριθμός αυτός αν συγκριθεί με τησυρροή των Τούρκων και Μαροκινών που εγκαταστάθηκαν στις Κάτω Χώρες κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, σίγουρα οι Έλληνες αποτελούν μια μικρή εθνότητα. Οι πιο πολλοί Έλληνες ζουν στο Βέλγιο και ανέρχονται σε 25.000. Στην Ολλανδία κατοικούν κάπου 11.000, ενώ στο Λουξεμβούργο κατ’εκτίμηση γύρω στους 1500. Σ’όλες τις περιπτώσεις έχουν υπολογιστεί και οι Έλληνες με διπλή υπηκοότητα.

Η ελληνική μετανάστευση στις Κάτω Χώρες χωρίζεται σε γενικές γραμμές σε δύο περιόδους: η μία ξεκινά από το 1700 και φτάνει μέχρι το 1950 και η άλλη από το 1950 έως το 1980 περίπου. Οι πιο πολλοί Έλληνες ήρθαν τη δεύτερη περίοδο στις Κάτω Χώρες. Η ιστορική πορεία της μετανάστευσης των Ελλήνων στις Κάτω Χώρες, τα πιο σημαντικά μέσα διαβίωσης των μεταναστών, ο τρόπος με τον οποίο οργανώθηκαν και η συμμετοχή τους στην κοινωνική ζωή της νέας τους πατρίδας αποτελούν κεντρικά θέματα του άρθρου αυτού.

Ήδη από το δέκατο έβδομο αιώνα απαντώνται Έλληνες στις Κάτω Χώρες. Το γεγονός αυτό δε θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη. Η Δημοκρατία των Ενωμένων Κάτω Χωρών - το προηγούμενο καθεστώς της σημερινής Ολλανδίας - διατηρούσε από το 1588, σχεδόν από την ίδρυσή του πολλές εμπορικές επαφές με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και ήταν ακριβώς οι Έλληνες οι εντός της Αυτοκρατορίας αυτής που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο διεθνές εμπόριο. Στο τέλος του δέκατου έβδομου αιώνα εγκαταστάθηκαν λίγοι έλληνες έμποροι στο Άμστερνταμ και με την πάροδο του χρόνου συστάθηκε μια μικρή ελληνική εμπορική παροικία που επέζησε μέχρι τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα. Κυρίως έμποροι από τη Σμύρνη πρωτοστάτησαν στην κοινότητα, αλλά και άνθρωποι των γραμμάτων από την ομάδα ανταλλαγής σπουδαστών και ναυτικοί που εγκαταστάθηκαν στα λιμάνια. Το μέγεθος της παροικίας δεν έγινε γνωστό, πάντως η οικονομική της δύναμη ήταν προφανώς αρκετή για να ιδρυθεί το 1763 εκκλησία, η Αγία Αικατερίνη, σε οικία στην οδό Άουντεζέιντσφόρμπουρχβάλ.

Ένα από τα πιο ονομαστά, αλλά προσωρινά μέλη της κοινότητας του Άμστερνταμ υπήρξε ο Αδαμάντιος Κοραής που ήρθε για σπουδές το 1771. Το ανεκτικό και διανοουμενίστικο κλίμα της Δημοκρατίας, που προέκυψε από ένα μείγμα προτεσταντισμού και κοσμοπολίτικου πνεύματος, συνετέλεσε ώστε οι ιδέες του Διαφωτισμού που άνθιζαν την εποχή εκείνη να συζητιούνται ελεύθερα. Η κατάσταση αυτή επηρέασε πλατιά τον Κοραή, όπως φάνηκε αργότερα σε πολλά από τα γραπτά του κείμενα.

Μετά το 1820 η κοινότητα άρχισε σταδιακά να μειώνεται σε αριθμό. Δε διευκρινίστηκε ο λόγος, αλλά πιθανόν μία από τις αιτίες ήταν η οικονομική παρακμή της Ολλανδίας κατά την περίοδο που περιήλθε υπό την επιρροή της Γαλλίας (1795-1813). Το Άμστερνταμ έχασε για πάντα τη θέση που κατείχε ως ένα από τα αξιολογότερα εμπορικά κέντρα της Δυτ. Ευρώπης. Ενδεικτικό της παρακμής της ελληνικής παροικίας είναι το γεγονός ότι από το 1852 Ρώσοι ιερείς πια, από την ακολουθία της Άννας Παύλοβα, της συζύγου του βασιλιά Γουλιέλμου Β, λειτουργούσαν στο ναό της Αγίας Αικατερίνης μέχρι το τελικό κλείσιμό του, το 1866. 

Οι Έλληνες υπήρξαν θαλασσοπόροι από παλιά. Έτσι δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι σε πόλεις-λιμάνια, όπως: Αμβέρσα, Ρότερνταμ και Άμστερνταμ συναντά κανείς έλληνες ναυτικούς που έμειναν στην ξηρά, πολύ συχνά λόγω γάμου με Ολλανδέζα ή Φλαμανδέζα. Μόλις εμφανιστεί κάπου ένα γκρουπ Ελλήνων, αμέσως τις πιο πολλές φορές θα συσταθεί μια κοινότητα με πρώτο στόχο την ίδρυση ελληνορθόδοξης εκκλησίας και ελληνικού σχολείου. Αυτό ισχύει, παραδείγματος χάρη, για την κοινότητα της Αμβέρσας που ιδρύθηκε το 1911. 

Κατά τη δεκαετία του ’20 του προηγούμενου αιώνα, κυρίως μετά τη Μεγάλη Καταστροφή, εκτός από ναυτικοί εγκαταστάθηκαν κι άλλοι Έλληνες επίσης στις Κάτω Χώρες. Ένα μέρος αυτών ήταν πρόσφυγες από τη Μικρασία που ασχολήθηκαν με το εμπόριο στις Βρυξέλλες, Ρότερνταμ,Ουτρέχτη κ.α. Μερικοί από αυτούς τους μετανάστες άρχισαν δική τους δουλειά, συχνά με επιτυχία, όπως ο γουνέμπορος Χαρίλαος Χιοτάκης και ο έμπορος κρασιών Κλεομένης Αριτζής στην Ουτρέχτη ή ο Λεωνίδας Κεστεκίδης στις Βρυξέλλες του οποίου η γνωστή φίρμα σοκολάτας «Λεωνίδας» λειτουργεί με 2500 καταστήματα σ’ολόκληρο τον κόσμο. Την περίοδο αυτή άνθιζε επίσης το εμπόριο καπνού, που κι αυτό προσέλκυσε Έλληνες στις Κάτω Χώρες. Στο Μπιλτόβεν η φίρμα Βαφειάδη και στο Άμστερνταμ η Γιοκαρίνι ίδρυσαν ελληνικά εργοστάσια τσιγάρων, τα οποία παρ’όλα αυτά ήδη πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο εξαφανίστηκαν πάλι.

Αν και η μετανάστευση μετά το 1920 αυξήθηκε, θα ήταν υπερβολή να μιλούμε για μεγάλο αριθμό ατόμων. Ακόμη το 1953, για παράδειγμα, ήταν εγγεγραμμένοι στο Ελληνικό Προξενείο του Ρότερνταμ 41 Έλληνες, από τους οποίους οι περισσότεροι από τους μισούς έμεναν στο Ρότερνταμ.

Παρά τον μικρό αριθμό Ελλήνων το 1946 ιδρύθηκε η Ένωση Ελλήνων Ολλανδίας. Σκοπός
της ήταν η ίδρυση και λειτουργία μιας ελληνορθόδοξης εκκλησίας στο Ρότερνταμ. Με την οικονομική ενίσχυση Ελλήνων επιχειρηματιών της Ολλανδίας και λίγων εφοπλιστών το 1957 τελείωσε ο ναός κατά τα βυζαντινά πρότυπα και αφιερώθηκε στη μνήμη του Αγίου Νικολάου.

Εντωμεταξύ η δομή της μετανάστευσης των Ελλήνων προς τις Κάτω Χώρες άλλαξε ριζικά. Δεν γινόταν πια λόγος για μεμονωμένους ναυτικούς, εμπόρους και βιοτέχνες (που έρχονταν συχνά από την Ελλάδα μέσω οικογενειακών συνδέσεων) ή για μερικούς πολιτικούς πρόσφυγες. Από το 1953 άρχισε να εμφανίζεται η εργατική μετανάστευση, στην αρχή δειλά, αλλά σύντομα σε μεγάλη κλίμακα.

Η εργατική αυτή μετανάστευση κατευθύνθηκε αρχικά προς τις περιοχές των ορυχείων του Βελγίου, όπου ήδη από το 1946 εργάζονταν πολλοί ιταλοί εργάτες. Εξαιτίας όμως των εξαιρετικά άθλιων και επικίνδυνων συνθηκών εργασίας των ορυχείων η ιταλική κυβέρνηση δυσχέρανε συνέχεια την αναχώρηση μεταναστών στο Βέλγιο. Ύστερα μάλιστα από ένα σοβαρό ατύχημα που συνέβη στα ορυχεία το 1954 οι Ιταλοί πάγωσαν προσωρινά τη συνεργασία τους, βάσει της ιταλοβελγικής συμφωνίας προσέλκυσης εργατών του 1946. Αυτό εξανάγκασε τη βιομηχανία των ορυχείων, που πάλευε για επιβίωση, λόγω μεγάλης έλλειψης εργατικού δυναμικού, να στραφεί προς άλλες χώρες για προσέλκυση εργατών.

Παρόλο που μόλις το 1957 υπογράφτηκε σύμβαση πρόσληψης εργατών μεταξύ Βελγίου και Ελλάδας, στην πράξη η προσέλκυση ξεκίνησε γύρω στο 1954. Νωρίτερα ήδη το 1953 έφτασε στα ορυχεία μια μικρή πρώτη αποστολή περίπου 90 αντρών. Η πρόσληψη έγινε σε στενή συνεργασία με το ελληνικό υπουργείο Εργασίας και ήταν μια κυρίως ελεγχόμενη κρατική διαδικασία. Αυτό σε αντίθεση με τον ερχομό των Ελλήνων στην Ολλανδία, όπου η μετανάστευση διεξήχθηκε «αυθόρμητα », με πολύ λιγότερο έλεγχο από τις αρχές. 

Αρχικά το υπουργείο συμφώνησε με την προσέλκυση κάπου 4000-5000 αντρών, οι οποίοι θα έπρεπε να είχαν συμπληρώσει τουλάχιστον το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους. Σε ομάδες των 400-500 αντρών το μήνα έφταναν με το τρένο στο Βέλγιο. Εκεί τους περίμενε η σκληρή και επικίνδυνη δουλειά στα ανθρακωρυχεία, οι άθλιες συνθήκες στέγασης (μερικές φορές σε παράγκες κακής ποιότητας) και μια διατροφή τελείως ξένη προς τις ελληνικές γεύσεις. Οι εργοδότες επίσης τους φέρονταν κάπως δεσποτικά. Έκαναν τα πάντα, ώστε να μην αναμειγνύουν τους Έλληνες με τους Ιταλούς. Αυτό προπαντός από φόβο μην επεκταθεί η επιρροή των ιταλικών συνδικάτων και στους έλληνες εργάτες. Επιπλέον τα έσοδά τους ήταν απογοητευτικά, επειδή τα έξοδα στέγης και διατροφής αφαιρούνταν από το μισθό τους .

Συνεπώς δεν είναι άξιον απορίας γιατί πολλοί Έλληνες αναζήτησαν καλύτερες συνθήκες εργασίας σε μία από τις γειτονικές χώρες, μόλις τους δόθηκε η ευκαιρία. Σ ’αυτό συνέβαλε η αλματώδης ζήτηση εργατικού δυναμικού στη Δυτική Γερμανία κι από τις αρχές του 1960 στην Ολλανδία. Ένα παράδειγμα της εξόδου αυτής αναφέρει ο Διαλεκτόπουλος και δηλώνει ότι απ’τους 14.642 αλλοδαπούς εργάτες, μεταξύ των οποίων κι Έλληνες, που προσλήφθηκαν για τα ορυχεία το 1963, είχαν ήδη εγκαταλείψει το Βέλγιο οι 12.049, την άνοιξη του 1964. 

Σε μια προσπάθεια αναχαίτισης της εξόδου, δόθηκαν κάποιες παροχές στους ανθρακωρύχους όπως: ατομικές κατοικίες και ευνοϊκά δάνεια για δυνατή επίτευξη της οικογενειακής επανασύνδεσης. Επίσης με την εξασφάλιση πενταετούς συμβολαίου δόθηκε άδεια εργασίας, ανεξαρτήτου επαγγέλματος, κατά προτεραιότητα σε όλα τα μέλη της οικογένειας του ανθρακωρύχου. Παρά τις παροχές αυτές η έξοδος συνεχίστηκε σε μεγάλη κλίμακα και δε διασφαλίστηκε το συμβόλαιο ούτε του ενός τρίτου των εργατών.

Η μετανάστευση προς το Βέλγιο σχεδόν σταμάτησε προς τα τέλη της δεκαετίας του ’60, κυρίως εξαιτίας της αλλαγής των οικονομικών συνθηκών στη Δυτική Ευρώπη. Ολιγάριθμοι Έλληνες εγκαθίστανται ακόμη στο Βέλγιο στα πλαίσια της οικογενειακής επανασύνδεσης (λόγω γάμου) ή ως εργαζόμενοι σε ελληνικά εστιατόρια που έγιναν δημοφιλή στη δεκαετία του ’80. Γίνεται επίσης λόγος μετανάστευσης με αντίθετη κατεύθυνση, κυρίως ηλικιωμένων Ελλήνων οι οποίοι ξαναγύρισαν στην πατρίδα μετά τη συνταξιοδότησή τους. Τόσο στις Βρυξέλλες όσο και στο Λουξεμβούργο κατοικούν έλληνες υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των οποίων η παραμονή είναι κυρίως προσωρινή. 

Κατά τη δεκαετία του ’50 στην Ολλανδία δεν υπήρχε μαζική εργατική μετανάστευση. Οι λίγοι Έλληνες που εγκαταστάθηκαν εδώ, ήρθαν αρχικά για περαιτέρω σπουδές και παρέμειναν όπως ο Θεόδωρος Θεοδωρίδης ο οποίος έγινε αργότερα καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ουτρέχτης, στον τμήμα αγγειοχειρουργικής και μεταμοσχεύσεων. Κατέφθανε επίσης και από κανένας πρόσφυγας εξαιτίας της τότε πολιτικής καταπίεσης στην Ελλάδα, όπως ο Νίκος Σιδέρης και η σύζυγός του Δήμητρα, η οποία στα τελευταία χρόνια της ζωής της αποδείχτηκε και συγγραφικό ταλέντο.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, λόγω της εξαιρετικά ραγδαίας ανάπτυξης της οικονομίας στην Ολλανδία, ανάκυψε στη βιομηχανία η ανάγκη εργατικού δυναμικού με στοιχειώδη εκπαίδευση. Αυτό πρόσφερε την ευκαιρία για καλύτερες συνθήκες εργασίας στους Έλληνες των βελγικών ορυχείων, γι’αυτό από το 1962 σημειώθηκε μια έξοδος από το Βέλγιο προς την Ολλανδία. Μερικές φορές υπήρχαν ενεργοποιημένοι έλληνες διαμεσολαβητές που πληρώνονταν, τόσο από τους μετανάστες όσο και από τους εργοδότες. Ερχόταν επίσης κανείς μέσω άλλων οικογενειακών μελών ή φίλων ήδη εγκαταστημένων που φρόντιζαν για την υποδοχή και την εργασία του. Αποκλειόταν η ελεγχόμενη κρατική προσέλκυση εργατών. Κατά τον ίδιο τρόπο ερχόταν κανείς και κατευθείαν από την Ελλάδα .

Αν και η Ολλανδία με την Ελλάδα συνήψαν το 1962 μια προσωρινή συμφωνία προσέλκυσης, και το 1966 μία οριστική, ωστόσο πραγματική πρόσληψη υπήρξε μόνο σε πολύ μικρή κλίμακα Ο Φερμέυλεν υπολογίζει τον αριθμό Ελλήνων που προσλήφθηκαν από τους βιομήχανους σε 1500 περίπου. Ο χαρακτήρας της μετανάστευσης παρέμεινε σε υψηλό βαθμό αυθόρμητος.

Παρόλο που εκ μέρους της Ολλανδίας η προσέλκυση Ελλήνων από το Βέλγιο (και τη Γερμανία) δεν έγινε ποτέ νόμιμα, τα βελγικά ορυχεία πίεσαν έγκαιρα το κράτος για λήψη μέτρων, προπαντός όταν το 1963 το ρεύμα εξόδου προς την Ολλανδία πήρε μεγάλες διαστάσεις. Τότε μεσολάβησε η ολλανδική κυβέρνηση. Από το 1964 οι βιομηχανίες που ήθελαν να προσλαμβάνουν Έλληνες από το Βέλγιο ή τη Γερμανία, μπορούσαν να το κάνουν μόνον αν οι ενδιαφερόμενοι προσκόμιζαν ένα επίσημο πιστοποιητικό απόλυσης. Αυτό το μέτρο οδήγησε σε δραστική υπαναχώρηση της ελληνικής μετανάστευσης από το Βέλγιο.

Κατά τα χρόνια 1962-1965 η μετανάστευση των Ελλήνων στην Ολλανδία έφτασε στο αποκορύφωμά της, αλλά για πολλούς μετανάστες η παραμονή ήταν μικρής διάρκειας. Οι πιο πολλοί, μετά από μερικά χρόνια, εγκατέλειψαν και την Ολλανδία, γιατί αντιμετώπισαν προβλήματα προσαρμογήςμερικά απ’ αυτά ήταν η αφιλόξενη νοοτροπία των Ολλανδών και κυρίως η λιγοστή και απλή διατροφή στις πανσιόν ή στις οικογένειες με ενοικιαζόμενα δωμάτια, όπου έμεναν αρχικά. Άλλοι σε μικρό διάστημα αποταμίευσαν αρκετά χρήματα, ώστε να ξεκινήσουν δική τους δουλειά πίσω στην πατρίδα, ενώ για αρκετούς η γερμανική βιομηχανία φάνηκε να προσφέρει ελκυστικότερη προοπτική από την ολλανδική.

Το 1965 ξεκίνησε η οικογενειακή επανασύνδεση. Αυτό σήμαινε για πολλούς μετανάστες μία μεγάλη βελτίωση συγκριτικά με τη ζωή στις τυπικά ανδρικές και συχνά διοικούμενες μιλιταριστικά πανσιόν. Η οικογενειακή επανασύνδεση επίσης είχε ως αποτέλεσμα να ιδρυθούν κοινότητες στα κυριότερα μέρη όπου ζούσαν Έλληνες, όπως ακριβώς συνέβη πριν στο Βέλγιο. Αυτές φρόντισαν για μερικές απαραίτητες ανάγκες, όπως: ίδρυση εκκλησίας, σχολείου, καφενείου και πολιτιστικών και αθλητικών συλλόγων. Αποσπώνται μέχρι σήμερα ιερείς και εκπαιδευτικοί από την Έλλάδα για να καλύπτουν τις θρησκευτικές και γλωσσικές ανάγκες των μεταναστών. Η αθρόα επανασύνδεση της οικογένειας στην Ολλανδία συντελείται κατά το διάστημα 1968-1972. Η ελληνική μετανάστευση στην Ολλανδία σταματά μετά το 1980. Οι Έλληνες που συμπτωματικά έρχονται ακόμη είναι εξαιτίας γάμου (κυρίως με ολλανδό σύντροφο), λόγω σπουδών ή για να δουλέψουν σε ένα από τα πολύ δημοφιλή ελληνικά εστιατόρια στην Ολλανδία, που εκτιμάται ότι φτάνουν τα 400! Απ’τα τέλη της δεκαετίας του ’70 επιστρέφουν πάντως πιο πολλοί Έλληνες, κυρίως της πρώτης γενιάς, από την Ολλανδία στην πατρίδα παρά το αντίθετο.

Αξιοσημείωτο είναι το σχετικά υψηλό ποσοστό ολλανδοελληνικών γάμων. Ήδη το 1985 ο αριθμός αυτός κυμαινόταν στο 24% μέσα στη ελληνική κοινότητα. Ένα άλλο αξιοπρόσεχτο φαινόμενο είναι ότι από τους Έλληνες που παρέμειναν ένας μεγάλος αριθμός, κατ’εκτίμηση κάπου 50%, έχει αποκτήσει την ολλανδική υπηκοότητα. Η πολιτογράφηση γίνεται εύκολα, επειδή το ολλανδικό κράτος δεν εμποδίζει και τη διατήρηση της ελληνικής υπηκοότητας.

Η δομή της μετανάστευσης στο Λουξεμβούργο διαφέρει απ’αυτήν των άλλων Κάτω Χωρών. Δεν υπάρχουν εδώ ναυτικοί που παρέμειναν. Επιπλέον έφτασαν οι πρώτοι Έλληνες μόλις το 1955. Το Λουξεμβούργο δε γνώρισε καμιά μεγάλης κλίμακας εργατική μετανάστευση από την Ελλάδα. Η παρουσία των πιο πολλών Ελλήνων συνδέεται με τις υπηρεσίες του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εγκαταστάθηκαν εκεί με την πάροδο του χρόνου.

Οι Έλληνες ανήκουν στην καλύτερη οργανωμένη εθνότητα στις Κάτω Χώρες. Ήδη πριν από την εισροή του μεγάλου ρεύματος των μεταναστών υπήρχαν μερικές ελληνικές κοινότητες και κάποιοι σύλλογοι. Την κοινότητα της Αμβέρσας ήδη την αναφέραμε. Η κοινότητα των Βρυξελλών ιδρύθηκε το 1943 από έλληνες εμπόρους που ήδη έμεναν εκεί. Στην Ολλανδία υπήρχε η Ένωση Ελλήνων Ολλανδίας που έχει αναφερθεί πιο πάνω. Κατά τη διάρκεια της εργατικής μετανάστευσης έλαβε χώρα μια μεγάλη άνθηση κοινοτήτων και συλλόγων. Αυτή τη στιγμή λειτουργούν κάπου είκοσι κοινότητες. Η μεγαλύτερη στο Βέλγιο είναι η κοινότητα Βρυξελλών, ενώ στην Ολλανδία η κοινότητα Ουτρέχτης. Στο Λουξεμβούργο η ελληνική κοινότητα ιδρύθηκε το 1964. Οι κοινότητες γενικά αναπτύσσουν πολλές δραστηριότητες. Όπου υπάρχει ελληνική εκκλησία και ελληνικό σχολείο, θα τύχουν της υποστήριξής τους. Όπου δεν υπάρχει ελληνικό σχολείο μερικές φορές μόνη της η κοινότητα, σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές, φροντίζει για τμήματα ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού και μάλιστα ορισμένες διαθέτουν και τμήματα εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας για αλλοδαπούς, καθώς και τμήματα της τοπικής γλώσσας για Έλληνες, όπως: στην Ουτρέχτη και στις Βρυξέλλες. Επιπλέον αναπτύσσουν και πολιτιστικές δραστηριότητες. Οι παραπάνω κοινότητες διαθέτουν, για παράδειγμα, χορευτικά παραδοσιακά συγκροτήματα και τμήματα εκμάθησης ελληνικών χορών. Στην Ουτρέχτη υπάρχει βιβλιοθήκη με δανειστικό τμήμα, ενώ στις Βρυξέλλες λειτουργεί ερασιτεχνική ομάδα θεάτρου, καθώς και στο Λουξεμβούργο, όπου υπάρχουν ενσωματωμένες στον Πολιτιστικό Κύκλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι ομάδες «ελληνική κουλτούρα και χοροί» και «το ελληνικό θέατρο στο Λουξεμβούργο». Επίσης κι άλλες κοινότητες έχουν τέτοιου είδους δραστηριότητες, αλλά δυστυχώς, λόγω της περιορισμένης έκτασης αυτού του άρθρου, δεν μπορούμε να τις ονομάσουμε όλες. Δίπλα στις κοινότητες υπάρχουν επίσης μερικοί ελληνικοί σύλλογοι που είναι οργανωμένοι κατά περιοχή, όπως ο σύλλογος Ποντίων στο Χόρινχεμ, των Κρητών στην Ουτρέχτη, των Μακεδόνων και των Ηπειρωτών στις Βρυξέλλες ή εξ επαγγέλματος, όπως των Ελλήνων Επιστημόνων Ολλανδίας κ.τ.λ.

Μία εξαιρετικά οδυνηρή περίοδος για τις κοινότητες υπήρξε η εποχή της δικτατορίας στην Ελλάδα (1967-1974). Το ελληνικό κράτος την εποχή εκείνη, μέσω των αποσπασμένων δασκάλων και παπάδων, προσπάθησε να επέμβει δυναμικά στις κοινότητες των μεταναστών, που ορισμένες μάλιστα είχαν χωριστεί σε δύο παρατάξεις. Οι πρεσβείες και τα προξενεία προσπαθούσαν να βάζουν στα συμβούλια των κοινοτήτων χουντικούς. Αυτό οδήγησε σε ορισμένα μέρη, όπως στην Ουτρέχτη κ.α. στη σύσταση δύο κοινοτήτων. Κυρίως στην Ολλανδία όπου η κυβέρνηση τάχτηκε τελείως αντίθετη προς τη χούντα, προξενήθηκαν μερικές φορές μεγάλες εντάσεις μεταξύ των ελλήνων χουντικών και εκείνων που, με την πλήρη στήριξη των Ολλανδών, προσπάθησαν να βοηθήσουν την αντίσταση στην Ελλάδα. Πέρασαν χρόνια, μετά την πτώση της χούντας, πριν επουλωθούν κάπως οι πληγές που προξενήθηκαν κατά την περίοδο αυτή και επανέλθει η ενότητα στις κοινότητες . 

Η εκπαίδευση της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού παρέχεται γενικά από εκπαιδευτικό δυναμικό που αποσπάται από την Ελλάδα. Όπου υπάρχει ικανός αριθμός ελλήνων μαθητών παρέχονται μαθήματα ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού εντός του βελγικού και ολλανδικού εκπαιδευτικού συστήματος. Στην Ολλανδία πάντως το είδος αυτό της εκπαίδευσης κινδυνεύει να εξαφανιστεί, επειδή το ολλανδικό κράτος έχει μεγάλες απαιτήσεις ως προς τη γνώση της ολλανδικής και τις διδακτικές ικανότητες του εκπαιδευτικού προσωπικού και απαιτεί προπαντός να υπάρχει στο σχολείο ένας ικανός αριθμός μαθητών μιας συγκεκριμένης εθνότητας. Ο αριθμός αυτός τις πιο πολλές φορές δε συμπληρώνεται από μία μικρή εθνότητα, όπως η ελληνική, με αποτέλεσμα η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού εντός του ολλανδικού εκπαιδευτικού συστήματος να σπανίζει. Παρέχεται μόνο στην Ουτρέχτη και στο Χόρινχεμ. Ωστόσο υπάρχουν τα ελληνικά σχολεία εκτός του σχολικού προγράμματος, τα λεγόμενα μη ενταγμένα τα οποία λειτουργούν μία ή δύο φορές την εβδομάδα. Παρ’όλα αυτά το είδος αυτό της εκπαίδευσης παρουσιάζει πολλά προβλήματα. Η επικοινωνία μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών και κυρίως αυτών που προέρχονται από μεικτούς γάμους ή είναι τρίτης γενιάς δεν είναι πάντοτε εύκολη. Οι δάσκαλοι δεν κατέχουν συνήθως την τοπική γλώσσα, ενώ η ελληνική των μαθητών συχνά είναι ανεπαρκής. Επίσης οι διδακτικές μέθοδοι των Ελλήνων δεν ταιριάζουν πάντοτε με αυτές των Βέλγων και προπαντός των Ολλανδών.

Όσον αφορά στη εκπαίδευση των παιδιών των μεταναστών μπορεί γενικά να ειπωθεί ότι ένα μεγάλο μέρος της δεύτερης γενιάς ακολούθησε επαγγελματική εκπαίδευση, αλλά τα παιδιά της τρίτης γενιάς, συγκριτικά με άλλες εθνότητες, σίγουρα σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό παρακολουθούν ανώτερη ή πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Ο υψηλός βαθμός ενσωμάτωσης των Ελλήνων στην κοινωνία, το σχετικά υψηλό ποσοστό μεικτών γάμων, και το ενδιαφέρον των γονιών για την εκπαίδευση των παιδιών τους θα πρέπει να είναι αναμφίβολα οι λόγοι.

Πριν από το μεταναστευτικό κύμα υπήρχαν λίγες ελληνορθόδοξες εκκλησίες στις Κάτω Χώρες, όπως στην Αμβέρσα και στις Βρυξέλλες. Εκκλησιαστική οργάνωση υπήρξε μόνο με την εργατική μετανάστευση, όταν εμφανίστηκε ένας αριθμός εκκλησιών. Το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης τότε, το1969, ίδρυσε μία νέα εξαρχία, τη Μητρόπολη των Κάτω Χωρών. Ο Μητροπολίτης έχει την έδρα του στις Βρυξέλλες με δυο επισκόπους στο Ρότερνταμ και στο Μπέρχεν (Μονς). Σε κάθε ελληνική κοινότητα με ικανό αριθμό μελών ιδρύθηκε μία ελληνορθόδοξη εκκλησία ,σχεδόν πάντοτε με χρήματα των μελών της κοινότητας. Σε μερικές περιπτώσεις χαρίστηκε η εκκλησία μερικώς ή πλήρως από ευεργέτες στην κοινότητα, όπως αυτή της Ουτρέχτης από τον Χιοτάκη και του Χρόνινγκεν από τους αδελφούς Κουματίδη, ενώ στις Βρυξέλλες το ελληνικό σχολείο υπήρξε προσφορά του Κεστεκίδη.

Αναφέραμε ήδη ότι οι Έλληνες ενσωματώθηκαν σε μεγάλο βαθμό στην ολλανδική κοινωνία τα αποτελέσματα των Ελλήνων στην ολλανδική εκπαίδευση, οι μεικτοί γάμοι και ο μεγάλος αριθμός πολιτογράφησης είναι ικανές αποδείξεις. Παρόλο που αποτελούν μία μικρή εθνότητα πολλοί Έλληνες συνεισφέρουν στην ολλανδική κοινωνία. Ήδη αναφέραμε τον Θεόδωρο Θεοδωρίδη, ο οποίος, αφού αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή Αθηνών, ήρθε στην Ολλανδία και μετά από περαιτέρω σπουδές ολοκλήρωσε ως καθηγητής αγγειοχειρουργικής και μεταμοσχεύσεων μια λαμπρή καριέρα στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης. Μετά τη σύνταξή του στράφηκε προς τη συγγραφή βιβλίων με ιστορικό περιεχόμενο, όπως : «Χρονικό της Ενώσεως Ελλήνων Ολλανδίας (1946-1996)» και μία πρόσφατη μελέτη «Οι Έλληνες της Μαύρης Θάλασσας».

Μια άλλη αξιόλογη προσωπικότητα είναι ο Αθανάσιος Αποστόλου που σπούδασε Θεολογία στην Αθήνα και στο Άμστερνταμ και ο οποίος από το 1989 μέχρι τις εκλογές του 2002 υπήρξε βουλευτής του ολλανδικού κοινοβουλίου με το εργατικό κόμμα (P.v.d.A). Αν ανατρέξουμε παλιότερα, το 1929 για παράδειγμα, θα βρούμε τη βυζαντινολόγο Σοφία Αντωνιάδου η οποία υπήρξε η πρώτη γυναίκα που αναγορεύθηκε καθηγήτρια στο μέχρι τότε ανδροκρατούμενο Πανεπιστήμιο του Λέυντεν. 

Επίσης στις τέχνες οι Έλληνες έχουν αναπτύξει μεγάλη δραστηριότητα. Ο Τάκης Σιδέρης κάνει καριέρα στην ελληνική παραδοσιακή μουσική, ο Γεώργιος Σεϊτάνης, απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών, εκθέτει ζωγραφική και εικονογραφία στο Λουξεμβούργο. Στις Βρυξέλλες ο γιατρός και ζωγράφος Γεώργιος Κόκκινος, καθώς και αρκετοί άλλοι ζωγράφοι και γλύπτες που δυστυχώς στα στενά πλαίσια του άρθρου αυτού δεν μπορούμε παρά να αναφέρουμε ελάχιστους. Η κοινωνική προσφορά του απόδημου ελληνισμού θα άξιζε ένα ξεχωριστό άρθρο. 

Ήδη από το δέκατο έβδομο αιώνα ζουν ολιγάριθμοι Έλληνες στις Κάτω Χώρες. Κατά τις δεκαετίες του ’50 και ’60 του προηγούμενου αιώνα εισέρευσε ένα κύμα μεταναστών που οδήγησε στην ίδρυση πολλών ελληνικών οργανώσεων στις Κάτω Χώρες που υπάρχουν μέχρι σήμερα, παρά το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος των μεταναστών, μετά από κάποιο διάστημα, εγκατέλειψε τις Κάτω Χώρες. Οι Έλληνες που παραμένουν εξακολουθούν να είναι λίγοι, αλλά είναι καλά οργανωμένοι και ενσωματωμένοι και ως εθνότητα, μολονότι μικρή, παίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στις κοινωνίες της Ολλανδίας, του Βελγίου και του Λουξεμβούργου. 


Κείμενο : Κορνήλιος Κλοκ 
Μετάφραση και γλωσσική επιμέλεια : Στέλλα Τιμωνίδου
Ντόρντρεχτ, Μάρτιος 2002 

Το αρχικό ολλανδικό κείμενο βρίσκεται στο: Kees Klok - Balancerend op de rand van Europa. Aspecten van de moderne Griekse geschiedenis en actualiteit. Uitgeverij Liverse, Dordrecht 2013.

Ο Κορνήλιος Κλοκ (Κees Klok) σπούδασε σύγχρονη Ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης. Μετά από τις μεταπτυχιακές του σπουδές ειδικεύτηκε στην Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας και δημοσίευσε πολλά σχετικά άρθρα. Δραστηριοποιείται επίσης ως ποιητής και μεταφραστής. Μαζί με τη Στέλλα Τιμωνίδου μετέφρασε μεταξύ άλλων ποίηση της Ζωής Καρέλλη, Νίκου Καρούζου, Κικής Δημουλά, Γιάννη Κοντού, Ανέστη Ευαγγέλου και Ντίνου Χριστιανόπουλου. Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού Κruispunt και μέλος της Ολλανδικής Εταιρίας Νεοελληνικών Σπουδών. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Apostolou, A. – Grieks-orthodoxe christenen in Nederland. Het Christelijk Oosten, vol. 32, 1980.
Βεντούρα Λίνα – ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΣΤΟ ΒΕΛΓΙΟ. Αθήνα 1999.
Blom, J.C.H. & Lamberts, E (ed.) – Geschiedenis van de Nederlanden. Amsterdam 1994.
Boom, Joeri– ‘Jezus was een sociaal-democraat.’ De Groene Amsterdammer, 28-4-2001.

Διαλεκτόπουλος, Αθανάσιος– ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΣΤΑ ΟΡΥΧΕΙΑ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ. Ο ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ 2, Ουτρέχτη 1999.

Θεοδωρίδης, Θεόδωρος Ι. – ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΝΩΣΕΩΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΛΛΑΝΔΙΑΣ 1946 – 1996. Ουτρέχτη 1996.

Giannakos, Dimitris – Charilaos Chiotakis. De vluchteling die hofleverancier werd. Lychnari 4, Amsterdam 1997.

Heesse, Marjan– 25 jaar Herboren, de Griekse gemeenschap van Utrecht viert feest. Lychnari 3, Amsterdam 2000.

Koster, Daniël– Een Griekse Diamant op de Amsterdamse Wallen. Lychnari 5, Amsterdam 2001.

Mijnten, Kees – De belevingswereld van de tweede generatie. Van ‘Turkie Turkie’ tot bekrompenheid. Lychnari 3, Amsterdam 1997.

Mokos, Panayota – Partnerkeuze bij Griekse migranten in Genk en Brussel: tussen traditie en moderniteit. Tetradio 10. Gent 2001.

Mulder, Liek/ Doedens, Anne & Kortlever, Yolande – Geschiedenis van Nederland. Van prehistorie tot heden. Apeldoorn 1989.

Sideri, Dimitra, Vaderlanden, verhaal van een Griekse in Nederland. Groningen 1992.

Τιμωνίδου, Στέλλα - Ελληνόγλωσση εκπαίδευση. Τμήματα μητρικής γλώσσας και πολιτισμού στην Ολλανδία. Ο ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ 1-2, Ουτρέχτη 1997.

Τιμωνίδου, Στέλλα - Η μητρική γλώσσα στο σχολείο-έρευνα LIZE. Ο ρόλος και η χρησιμότητά της. Ο ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ 2-4, Ουτρέχτη 1997.

Vermeulen H. & Van Attekum, M.– De Grieken. Migranten in de Nederlandse samenleving. Muiderberg 1985.



maandag 5 november 2018

Cyprus onder Venetiaans bestuur, 1489-1571



In 1472 trouwde de laatste Cypriotische koning uit het huis Lusignan, Jacobus II, met de achttienjarige Venetiaanse patriciersdochter Catarina Cornaro. Zij werd bij deze gelegenheid door de Venetiaanse republiek geadopteerd, wat betekende dat Venetië haar erfgenaam was in geval zij kinderloos zou overlijden. Een jaar later was Jacobus dood en weer een jaar later overleed het prinsje dat kort na de dood van zijn vader ter wereld was gekomen. Catarina aanvaardde, omringd door Venetiaanse adviseurs, de regering maar wist zich uiteindelijk niet te handhaven en vertrok onder grote druk in 1489 naar haar geboortestad, waarbij zij de kroon van Cyprus overdroeg aan de Serenissima, zoals de Venetiaanse staat ook wel wordt genoemd. Met het vertrek van Caterina Cornaro werd Cyprus formeel een Venetiaanse kolonie. De tijd van het Venetiaanse bestuur wordt in de literatuur meestal afgeschilderd als een periode van onderdrukking, verval en achteruitgang. Uit onderzoek door de historicus Benjamin Arbel is echter gebleken dat dit sombere beeld moet worden bijgesteld.

Immigratie

Gedurende de 14e en 15e eeuw was de bevolking door pestepidemieën, natuurrampen en hongersnoden afgenomen. Ook de 16e eeuw kende zijn pestepidemieën, maar zij eisten relatief minder slachtoffers door overheidsmaatregelen als het isoleren van besmette gebieden en het in quarantaine houden van zieken. Door de terugloop van de bevolking waren veel dorpen op het platteland geheel of gedeeltelijk ontvolkt geraakt. De Venetianen gingen een doelbewust beleid van herbevolking voeren om hierin verandering te brengen.
Dit beleid werd in de eerste plaats ingegeven door economische motieven. Een levenskrachtig Cyprus zou Venetië uiteindelijk meer profijt opleveren dan een armlastige, vervallen boedel. De overheid begon daarom premies uit te loven en gratis land te verstrekken aan immigranten. Dit trok christenen aan uit Syrië, maar ook inwoners van de Venetiaanse bezittingen op de Peloponnesus en van Korfoe. Een ander probaat middel was de verbanning van criminelen naar Cyprus. Na 1540 arriveerden er ook vluchtelingen voor de oprukkende Turken uit Griekenland en de Balkan. Dat het beleid succes had blijkt onder andere uit besluiten om woeste gronden te verpachten aan landbezitters, althans tot 1514, om die door immigranten te laten ontginnen. Ook zijn er geen aanwijzigingen die duiden op een grootscheepse emigratie vanuit Cyprus (Arbel V, 187/188). Dat het eiland tijdens de Venetianen een kleine eeuw van vrede en betrekkelijke rust doormaakte had eveneens een gunstige invloed op de bevolkingsontwikkeling. 

Trek naar de stad en sociale status

Een nadelig effect van het verpachten van land aan immigranten was het geleidelijk verdwijnen van de gemeenschappelijke weidegronden van de dorpen, wat armere boeren in de problemen bracht. Deze trokken daarop naar de steden om aan de kost te komen. Uit de beschikbare gegevens, blijkt dat de bevolking van de steden relatief sterker toenam dan die op het platteland (Arbel V, 193), ook al bleef Cyprus overwegend agrarisch. Overigens kon men in deze tijd alleen Nicosia en Famagusta met enig fatsoen als stad betitelen.
Nicosia, dat ook onder de Venetianen de hoofdstad bleef, telde volgens schattingen uit het midden van de zestiende eeuw zo’n 20.000 tot 25.000 inwoners. Famagusta was tijdens en na het Genuese bestuur (1373-1464) danig in verval geraakt en rond 1500 weinig meer dan een verzameling nauwelijks bewoonde ruïnes. Door de herbevolkingspolitiek, die na 1510 zijn vruchten begon af te werpen, kwam daarin verandering. Vooral immigranten uit Syrië en Palestina trokken er naartoe, evenals Cyprioten van het platteland. In de stad bloeide ook een joodse kolonie op, maar ondanks dat zij uit alle windstreken leken te komen, bleef het aantal leden beperkt. In 1568 naar schatting 150 tot 200 personen. Dat duidt erop dat de overheid immigratie van individuele families toestond, maar de komst van grote groepen van bijvoorbeeld uit Spanje en Portugal verdreven joden, tegenging (Arbel X, 24/25).
Ondanks, en gedeeltelijk dankzij de immigratie, want veel nieuwe Cyprioten kwamen uit de Griekse bezittingen van Venetië, bleef het Grieks de meest gesproken taal op het eiland en bleef de Grieks-orthodoxe cultuur dominant. Van de naar schatting 8 à 900 dorpen op Cyprus waren er een kleine veertig niet Grieks. Deze werden voornamelijk bewoond door Maronieten of in een enkel geval door Armeniërs (Arbel V, 203).
Wat de sociale status van de plattelandsbevolking betreft veranderde er niet zoveel. In deze tijd is er nog steeds sprake van horigen (paroikoi) of vrije pachters en boeren met eigen grond, die we beiden terugvinden onder de term francomati. Wel kregen duizenden paroikoidie tot de landgoederen van de staat behoorden de gelegenheid zich vrij te kopen. Aan de horigheid zou echter formeel pas een einde komen in 1570, terwijl het in de praktijk de Ottomaanse veroveraars waren die haar hebben afgeschaft.

De adel en de verhouding tussen de kerken

Het Haute Cour werd door de Venetianen afgeschaft, maar de geprivilegieerde status van de adel bleef ongeschonden. Zij werd wellicht nog versterkt doordat patricische families uit Venetië zich op het eiland vestigden of daar grote belangen verkregen. Aangezien Cyprus een klein land was, bleef de feodale adel, vrijwel uitsluitend rooms-katholiek qua achtergrond, in aantal klein en een relatief gesloten stand (Arbel VI, 181). Wel bleef de adel haar militaire rol behouden. Cypriotische ridders speelden, voor het laatst in de geschiedenis, een rol bij de strijd om het eiland na de Ottomaanse invasie.
De verhouding tussen de kerken bleef ook in de Venetiaanse tijd gebaseerd op de Bulla Cypria, de verordening van paus Alexander IV uit 1260 waarin de suprematie van de rooms-katholieke (Latijnse) kerk en de rechten van de orthodoxe kerk waren vastgelegd. Onder de laatste Lusignans was de Latijnse kerk in het slop geraakt. De geestelijkheid was in aantal teruggelopen en zij nam het met de taakopvatting niet meer zo nauw. Deze achteruitgang wordt wel in verband gebracht met het uitdoven van het kruisvaardersideaal (Frazee, 20), maar zij past ook goed in het algemene beeld dat de kerk in Europa in deze tijd bood. Dat was er een van een vergaand verval van normen en waarden, met als dieptepunt het Pontificaat van Alexander VI (Rodrigo de Borgia) van 1492 tot 1503. De Venetianen probeerden het verval te stuiten door de geprivilegieerde positie van de rooms-katholieken ten opzichte van de orthodoxen te benadrukken en de suprematie van de Latijnse clerus opnieuw te bevestigen. Als gevolg hiervan waren de betrekkingen tussen beide religies aanzienlijk meer gespannen dan in de voorgaande tijd. 

Koloniaal bestuur en groeiende problemen

Aan het hoofd van het koloniale bestuur stond het Reggimento, dat werd gevormd door de gouverneur en twee adviseurs. Zij werden benoemd voor twee jaar en waren uitsluitend verantwoording verschuldigd aan de regering van Venetië. Het feit dat de hoogste functionarissen slechts voor een ambtstermijn van twee jaar werden uitgezonden, had tot gevolg dat zij nooit op veel ervaring met het bestuur van het eiland konden bogen. De regeling werkte corruptie in de hand, omdat menige bestuurder zijn zakken goed wenste te vullen, voor hij naar huis terugkeerde. Ook moet het op deze manier voor de meeste functionarissen moeilijk zijn geweest om zich in te leven in de problemen van de bevolking, zodat er weinig begrip ontstond voor de noden van de Cyprioten. Die werden halverwege de zestiende eeuw groter, als gevolg van een combinatie van verschillende factoren.
In de eerste plaats was het economische belang van Cyprus als eindpunt van de handelsroutes uit het oosten drastisch afgenomen, nadat de Westeuropeanen de zeeweg naar Indië hadden geopend en ten tweede deed zich de inflatie voelen, die het gevolg was van de zilverimporten uit Zuid-Amerika. Met name het arme segment van de bevolking kwam hierdoor in de problemen. Een andere factor was de aanleg van uitgebreide verdedigingswerken door de Venetianen, waaraan de bevolking ook een financiële bijdrage moest leveren. Ook begon de groei van de landbouwproductie, mede door klimatologische omstandigheden, geleidelijk achter te lopen bij de aanwas van de bevolking. Deze telde omstreeks 1550 naar schatting 170.000 zielen en aan de vooravond van de Turkse inval zo’n 195-200.000 (Arbel V, 213-214). Het gevolg was voedselschaarste en stijging van de voedselprijzen. Dit leidde in 1562 en 1568 tot hongeropstanden. De Venetianen traden met harde hand en weinig begripvol tegen de oproerkraaiers op.

De Ottomaanse dreiging en de defensie

Het oprukken van de Ottomanen in Europa bracht hen in conflict met de Venetianen. Oorlog tussen de Serenissima en Constantinopel, na 1453 de hoofdstad van het Ottomaanse rijk, was nooit ver weg. Toch was de belangrijkste reden om Cyprus te koloniseren het economisch profijt dat men ervan hoopte te trekken en niet het veranderen van het eiland in een bolwerk of uitvalsbasis tegen de Turken. Op wat wederzijdse kaapvaart na, en de verwoesting van Limassol in 1539, was Cyprus niet grootscheeps betrokken bij de oorlogen Tussen Venetië en de sultan van 1499-1501 en 1537-1540. Hoewel zij zich bewust moeten zijn geweest van de ernst van de Ottomaanse dreiging, vooral na de verovering van Rhodos in 1522, werd er verbazingwekkend weinig haast gemaakt met het moderniseren van de verdedigingswerken op het eiland.
In 1558 begon men Famagusta van de modernste verdedigingswerken te voorzien, maar pas tien jaar later werd een begin gemaakt met de beroemde Venetiaanse wallen van Nicosia. Zij werden geconstrueerd volgens de nieuwste militaire inzichten van die tijd, met het oogmerk een langdurig beleg te kunnen doorstaan. In geval van een aanval moest de verdediging zich op drie versterkingen concentreren: Nicosia en de havenplaatsen Famagusta en Kyreneia, waarvan de burcht eveneens werd versterkt. Terwijl deze zich de vijand van het lijf hielden, moest een maritieme expeditie vanuit Venetië toesnellen om het eiland te ontzetten. Het was een strategie die kans op succes had zolang Venetië de overmacht op zee bezat, maar die werd door de Ottomanen meer en meer bedreigd.
Voor Nicosia betekende de aanleg van de fortificaties, onder leiding van Gulio Savorgnano niets minder dan een architectonische ramp. Het deel van de stad dat door de bastions werd beschermd was een stuk kleiner dan het Middeleeuwse Nicosia. Alle gebouwen buiten de wallen, inclusief het paleis van de Lusignans, werden afgebroken.

De ondergang

In het voorjaar van 1565 vielen de Ottomanen Malta aan. De aanval werd afgeslagen ten koste van zo’n 25 á 30.000 Turkse doden (Bradford, 168), maar voor Cyprus was het een teken aan de wand dat het Ottomaanse net zich langzamerhand begon te sluiten. Vijf jaar later was het zover. Begin 1570 brak er een diplomatiek conflict uit tussen de sultan en de Venetianen. De Ottomaanse gezant in Venetië werd gevangengenomen als represaille voor het oppakken van enkele Venetiaanse kooplieden door de Turken. Dit was de aanleiding voor een Ottomaans ultimatum waarin de overdracht van Cyprus werd geëist.
Begin juli landde de Turken onder Mustafa Pasja in de buurt van Larnaca. Zonder enige tegenstand rukten zij op naar Nicosia, waarvoor op de 25het beleg werd geslagen. De Venetianen stonden tegenover een bijna tienvoudige overmacht, maar bij een goed geleide verdediging hadden zij het wellicht lang kunnen volhouden achter hun nieuwe verdedigingswerken. Hun bevelhebber, Nicolas Dandolo bleek echter uiterst onbekwaam. Al op 9 september werd de stad stormenderhand veroverd. Er vielen duizenden slachtoffers onder de bevolking en een onbekend aantal overlevenden werd als slaaf afgevoerd. Dandolo werd onthoofd. Kyreneia ontkwam aan dit lot door een week later zonder verzet te capituleren.
Half september verscheen Mustafa Pasja voor Famagusta. De Venetiaanse commandant, Marc Antonio Bragadin, was zo ongeveer het tegengestelde van Dandolo. Hij was moedig, bekwaam en vastbesloten om de stad te verdedigen tot zij door de marine zou worden ontzet. In juni was er inderdaad een vloot uit Venetië vertrokken, waarvan ook Spaanse schepen en galeien van de Johannieterorde deel uitmaakten. Deze deed eerst Kreta aan. Half september zette zij koers naar Cyprus, maar toen het nieuws kwam van de val van Nicosia ontstond er onenigheid tussen de Venetiaanse en Spaanse commandanten en werd de expeditie opgegeven. Terwijl Famagusta bijna een jaar lang taai verzet bood, bleef verdere hulp uit. 
Op 1 augustus gaf Bragadin Famagusta over aan Mustafa Pasja, nadat deze de verdedigers een vrije aftocht had toegezegd. Die belofte werd al snel gebroken. Famagusta werd geplunderd, de verdedigers werden afgeslacht en Bragadin stierf een gruwelijke dood. Hij werd levend gevild. Cyprus ging hierna ruim driehonderd jaar Ottomaans bestuur tegemoet.

Conclusie

De meeste historici die zich met Cyprus bezighouden hebben uitsluitend oog voor de negatieve kanten van het Venetiaanse bestuur. De Venetianen zouden het eiland vooral hebben uitgebuit. Ongetwijfeld was profijt het belangrijkste doel van de Venetianen, maar dat betekende niet dat er uitsluitend sprake was van uitbuiting en verwaarlozing. Vaak wijst men op de, door Arbel niet in de cijfers teruggevonden, emigratie als bewijs voor de slechte toestanden op het eiland. In het laatste decennium van het Venetiaanse bestuur verslechterde economische en sociale situatie aanzienlijk. Als men echter naar de bevolkingsgroei over de gehele periode kijkt, dan blijkt deze gemiddeld 7,6 promille per jaar (Arbel V, 215) te zijn. Dat is een duidelijke aanwijzing dat er in grote delen van de Cypriotische samenleving naar verhouding niet slecht werd geboerd. Alleen voor de allerarmsten op het platteland zal er weinig verschil zijn geweest met voorgaande tijden. Met Arbel ben ik dan ook van mening dat het Venetiaanse bestuur eerder een korte tijd van bloei is geweest, tussen twee lange perioden van gestaag verval.


Literatuur

Alastos, Doros - Cyprus in History: A Survey of 5000 Years. London 1976.
Arbel, Benjamin - Cyprus, the Franks and Venice, 13th- 16thCenturies. Aldershot/Burlington 2000.
Bradford, Ernle - The Shield and the Sword. The Knights of St. John. London 2002 (1972).
Frazee, Charles A. - The Religions of Cyprus. In: Koumoulides, J.T.A., Greece and Cyprus in History, p. 13-28. Amsterdam 1985.
Hadjidemetriou, Katia - A History of Cyprus. Nicosia 2002.
Hill, Sir George - A History of Cyprus. Vol. I, II, III, IV. Cambridge 1940-1952.
Klok, C.A. – Afrodite en Europa. Een beknopte geschiedenis van Cyprus van de prehistorie tot heden. Utrecht 2005. (2e herziene druk, Baarn 2014).
Morris, Jan - The Venetian Empire. A Sea Voyage. London 1990 (1980).
Panteli, Stavros - A History of Cyprus. From Foreign Domination to Troubled Independence. London/The Hague 2000. 

Foto: Kees Klok


Gesloten deuren (Kostas Montis)



Het is even met de ogen knipperen voor wie bekend is met de Amerikaanse vertaling van Kleistes Portes (Gesloten deuren) van Kostas Montis. Waar in de Amerikaanse vertaling rigoureus is ingegrepen in de stijl van de auteur, met de bedoeling het boek voor het publiek vlotter leesbaar te maken, daar zijn in de Nederlandse vertaling door Hero Hokwerda nauwgezet de stilistische eigenaardigheden van Montis gehandhaafd. Daardoor moet je in het begin met een zeker gevoel van ongemak wennen aan het door vele parentheses onderbroken betoog. Wanneer je echter verder komt in de tekst, worden gaandeweg het belang en het nut van deze parentheses, waarin de hoofdpersoon als het ware reflecteert op zichzelf, duidelijk. Uiteindelijk blijkt de vertaalopvatting van Hokwerda, die hij uitgebreid motiveert in het nawoord, naar mijn idee de juiste, want de Nederlandse vertaling biedt een nauwkeuriger en indringender beeld van de bedoelingen van Montis dan de Amerikaanse, al leest hij minder gemakkelijk. 

Gesloten deuren is het antwoord van Montis op het in 1957 verschenen Bitter Lemons van Lawrence Durrell, over de in 1955 uitgebroken strijd van de Grieks-Cypriotische EOKA voor aansluiting, enosis, bij Griekenland. Waar Durrell een licht aanmatigend, neo-koloniaal standpunt inneemt, daar kiest Montis onvoorwaardelijk de kant van de EOKA. Op een enkele, tamelijk hilarische gebeurtenis na, zoals het incident tijdens een van de uitgaansverboden waarin een Grieks-Cyprioot, die zijn tuin bewatert, naar binnen wordt gestuurd, waarna een Engels patrouille een uur lang het watergeven afmaakt, is het een sterk dramatisch relaas over het lijden van de Grieks-Cyprioten en het verlangen naar enosis. Montis heeft nauwelijks oog voor de Turks-Cypriotische minderheid. Die komt enkel in beeld als een troep schurken uit het Aziatische achterland, door de Engelsen opgejut tot moord en doodslag. Ook vindt men er niets in terug over het onderlinge geweld tussen de Grieks-Cyprioten, waarvan vooral linkse activisten het slachtoffer werden. Dat komt misschien ook wel doordat Montis de strijd beschrijft door de ogen van een 15-jarige scholier, te jong om zich bij de EOKA aan te sluiten, hoewel hij daarnaar verlangt, en nog lang niet op een leeftijd voor bedachtzaamheid en nuance. 

Hoewel Montis elementen uit zijn eigen levensgeschiedenis gebruikt, zoals de dood van een oudere broer, overigens niet tijdens de opstand, maar lang daarvoor, is het, zoals Hokwerda in het nawoord schrijft, geen autobiografisch verhaal. Wel wordt Montis standpunt in het conflict duidelijk. Nadat men zich de stijl van Montis heeft eigengemaakt wordt het verhaal gaandeweg meeslepender. Jammer is dan ook het vrij abrupte einde. Op wat het hoogtepunt van de opstand lijkt, wordt ook de vader van de hoofdpersoon opgepakt en naar een van de Britse gevangenkampen gebracht. Hoe loopt het af, denk je al lezende in spanning, maar dan belanden we plotseling in de laatste hoofdstukken met de komst van de nieuwe, gematigde gouverneur, Sir Hugh Foot en de ondertekening van de verdragen van Londen en Zürich, die een einde maken aan de strijd. Montis noemt die de Overeenkomst. Een teleurstellende overeenkomst, die niet leidt tot enosis, maar wel tot het openen van de gevangenissen. Dan blijken de vader en de oudere zus van de hoofdpersoon niet terug te keren, maar hoe poëtisch het einde van het boek ook is, het is een verhaal dat niet helemaal af lijkt.

Gesloten deuren is moeilijk te begrijpen als men de historische context niet kent. Daarom geeft Hokwerda in het uitstekende nawoord een beknopt, maar degelijk overzicht van die context. Het is aan te bevelen om te beginnen met het nawoord en pas daarna te genieten van deze bijzondere novelle, die wat mij betreft al jaren geleden in het Nederlands had moeten verschijnen.

Kostas Montis - Gesloten deuren. Vertaling Hero Hokwerda. Uitgeverij Ta Grammata, Groningen 2010.


HISTORY AND THE CONFLICT OVER THE NAME 'MACEDONIA' (1990-1995)



HISTORY AND THE CONFLICT OVER THE NAME 'MACEDONIA' (1990-1995). Constructing and using historical interpretation.

When the Former Yugoslav Republic of Macedonia (FYROM) declared its independence in 1991 it came into conflict with Greece about its name. Historical interpretation played an important role during this conflict. First of all I would like to discuss the Greek interpretation of history as such and its origin, secondly I would like to examine how Europe or rather the countries of the European Union reacted to the use of this interpretation as an argument to support the Greek position during the conflict.

At the turn of the 18th century the ideas of the European Enlightenment gradually began to penetrate the Ottoman Empire, causing some Greek intellectuals to start realizing that the Greeks were heirs to a great past. This conception became one of the stimuli for the Greek revolt of 1821. Early Greek nationalists based themselves almost completely on the classical past. If we may believe Richard Clogg, they still, to some extent, looked down upon Byzantium (Clogg, p. 2). This changed halfway through the 19th century under the influence of Constantinos Paparrigopoulos, a Constantinople born Greek who as a child moved to the Greek kingdom and whose writings still have a profound impact on Greek historiography. Partly to counter the scepticism of some European historians, amongst whom the Austrian J.P. Fallmerayer, about the 'greekness' of the modern Greeks and partly to provide the young kingdom with a means of national identification, he constructed his so-called Continuity Thesis. According to Paparrigopoulos there exists an unbroken connection between the ancient and modern Greeks by way of the Macedonian kingdom, the Byzantine Empire and the Greek-orthodox church which carried the flame of Hellenism during the days of the turcocratia. This meant that the small Greek state of the middle 19th century became heir to a great past and as such it had a duty - at least in nationalistic eyes - to strive for the resurrection of the Byzantine Empire; or at least to create a state including all the areas where Greeks were dwelling. This was the basis of the Megali Idea, one of the most powerful irredentist movements of the 19th and early 20th century which would finally lead to the Great Catastrophe of 1922 and the ethnic cleansings of 1923. Some of its echoes are still distinguishable in the Cyprus problem.

According to the Continuity Thesis, which is still the basis of the mainstream of Greek historiography, the ancient Macedonians are necessarily Greek and Alexander the Great is a powerful symbol of what Greek genius and perseverance could bring about. When the conflict about the name 'Macedonia' erupted in 1991 this interpretation of history played a central role in the Greek struggle against the use of this name by a Slavic people that arrived in the area centuries after Alexander the Great and was therefore not entitled to assume Greek names and symbols.

So, to the Greeks, the fact that the ancient Macedonians are Greek is essential for their identity, which has been questioned ever since the founding of the modern Greek state. Fallmerayer, whom I mentioned earlier, bluntly denied that the modern Greeks had anything whatsoever to do with the ancients. In the 19th century statements like these annoyed nationalists enormously, particularly since there was not much unity in the early Greek state, which at times looked merely like a collection of competing families and bands of brigands continuously at war with each other. It survived its early years solely because of English, French and Russian intervention and it was in great need of unifying elements of which a historical model of identification could be an important one.

In order to retrieve the origins of the conflict between Greece and FYROM and the Macedonian Question in general I refer to the avalanche of publications on the subject, particularly after the collapse of Yugoslavia. It is a fact however that most Greeks still feel a lot of irritation when FYROM is labelled 'Macedonia' although the belief has been growing gradually that Athens has lost the struggle, particularly as most foreign media are consistently using the name 'Macedonia' to indicate the FYROM. Calling 'Skopia' Macedonia was regarded as an act of stealing part of Greece's heritage by a non-Greek people (which made things worse by also using Greek symbols, e.g. on the national flag). And as such it was also seen as a strike against Greek national identity. Many Greeks also remembered the 1940s when Macedonia was founded as one of the six Yugoslav republics, at a time when Yugoslavia indeed claimed Greek Macedonia and for a while supported the Greek left during the bloody civil war (1946-1949). Although the government in Skopia denied any claims to Greek territory, it did very little to restrain the fanatical nationalistic propaganda which cried out loud about the fate of 'our suppressed Slavic brothers in the occupied parts' of Macedonia.

Alexander the Great became the symbol of protest in Greece. He grew into a kind of super-Greek. Thessaloniki airport was renamed Macedonia airport and everywhere in the country stickers and posters appeared forcing upon unsuspecting tourists the message that ‘Macedonia is Greek, was Greek, always will be Greek’ and urging them to study history. Had the people spreading these materials done so seriously themselves, they might have come to some surprising conclusions.

Did all this really impress Europe? In answering this question I will limit myself to looking at the European Union. I do so for practical reasons, but also because Skopia was first of all looking to Brussels for official recognition, while Greece wanted to force it to change its name by preventing this recognition. First of all I would like to examine the attitude of the press. However, in this field very little systematic research has been done. I will base my observation therefore mainly on the Kyriakos Kentrotis’ article on the German press. Personally, I prefer to talk about the ‘New Macedonian Question,’ to distinguish this period from the earlier conflicts involving Macedonia. As press reactions in Great-Britain and the Netherlands do not seem to have been so much different from those in Germany, as far as I have been able to follow the press, I would like to regard the German press for the time being as quite representative of the ideas of the Western European media.

In short, there was little appreciation of the Greek historical argument. Particularly the insistence on the ancient Macedonians being Greek strongly contributed to the idea that the Greek stand was fanatical, hysterical and nationalistic. Besides, this historical argument was seen as an absolutely irrelevant and backward way of conducting foreign policy (Kentrotis, p. 321-324). Kentrotis presents several explanations for this reaction, the most relevant of which I would like to discuss. First of all, according to Kentrotis, it is not only the argument itself which caused anger, but particularly the way in which it was presented. I quote: ‘They might have lent a more sympathetic ear to Greece’s apprehensions and taken them more seriously...had they not been peremptorily commanded by signs and leaflets at airports and stations to study Greek history...they were forced deliberately to compare that glorious past with both the excessive consumerism, huge foreign debt, stagnant economy, and ecological destruction of the Greece of today...(Kentrotis, p. 325-326).’

He argues that because of the highly popular idea of multi-culturalism in Western Europe there is a tendency to see Ancient Greece not only as the foundation of European culture, but just as one of the many building blocks of a much wider culture. This implies that the Greek cultural heritage belongs just as much to us as to the modern Greeks. Therefore there cannot be such a thing as the stealing of a Greek heritage exclusively belonging to that people.

Kentrotis also points to the decline of the study of the Classics in Western Europe as a result of which many people simply do not know what they are talking about. I have a strong suspicion that this may also be the case with part of the Dutch press. The Greek historical argument is in many cases not being taken seriously because of a profound lack of knowledge of, or worse, lack of interest in history. It may be useful to mention an article written in 1992 by the Dutch historian Van Loon, who argues that history has always been much more prominent in the minds of Balkan politicians than in that of their Western colleagues. I believe the Western press seems to suffer from the same impediment. According to Kentrotis the attitude of the journalist representing the Western press is basically pragmatic: ‘The German journalist observes, notes, and is astonished by the Greek’s inordinate attachment to history. Regarding it as an utterly outmoded approach to forging a foreign policy, she/he inevitably questions just how ‘European’ Greek political thinking and practice are (Kentrotis p. 322).’

How did Greece’s European partners look at the historical argument? Before answering this question I would like to make a few remarks concerning Greece’s position in Europe at the end of the Cold War. For several reasons this position had been weakened seriously: 

As Russia ceased to be a threat to the West, Greece’s strategic importance declined considerably. The economy had sunk into a deplorable state, despite large financial contributions by the EU, while one of the strongest reasons for keeping Greece within Europe had become less urgent because of the development of a stable democracy in the country (Economides p. 120). Due to this, and not least because of the anti-European rhetoric of prime minister Andreas Papandreou, Europe had come to regard Greece more and more as the troublesome outsider within the Union. The country, however, was basically well equiped to play a stabilizing role in the Balkans, but the chance to play a positive role on the peninsula was undermined by two problems: the economic chaos, despite financial support from the EU and the conflict with the FYROM about the name ‘Macedonia.’

On the basis of the writings of Kentrotis and Economides, as well as Yannis Prodromos’ article on Greece’s Policies in the Post-Cold War Balkans (Prodromos p. 153-168), we can state that the use of the historical argument by Greece did not result in unified support by its European allies. On the contrary. As the archives will be closed for many more years to come, it is quite impossible to look into the hearts of the decision makers to see how deeply they were touched by Greece’s historical argument, but it is not hard to establish that the initial support Athens received from the EU, given at the conference of EU leaders in Lisbon in June 1992, soon withered away and that some countries, amongst which Italy and the Netherlands, became highly irritated by the Greek stand. There are several causes for this, such as Skopia adopting the role of the underdog which played upon the feeling of solidarity for a poor little country being bullied by a larger neighbour on the one hand, and the existence of earlier irritations about the way Greece operated within the Union on the other. It is not likely that the Greek historical argument has done anything to change its partners’ minds. More likely most European politicians will have had the same feelings as were expressed in the press. If there was any sympathy for the Greek argument, it probably soon disappeared because of the way in which it was presented. In the words of Economides: ‘...they (the Greek arguments, KK) were badly presented and argued by Greek governments which concentrated on the symbols of populism and nationalism rather than on the real threats to Greece’s future security...’ (Economides p.123).

In general the Greek fear of FYROM was regarded by the Europeans, who inevitably looked at the matter from a different perspective than the Greeks, as somewhat ridiculous. The Greek historical argument, which was the essence of the Greek reasoning against the use of the name ‘Macedonia’ by FYROM, apparently did not carry much weight with them. Moreover, the European governments were, in Walldèn’s words, irritated rather than convinced by what they saw as irrational and irresponsible Greek behaviour.

My conclusion, a provisional one indeed, as there is still much to be researched, is that the interpretation of history, which is based on Paparrigopoulos’ Continuity Thesis, has, in the way it has been used by the Greek government and media, not made any contribution to support Greece’s position in the conflict with FYROM as far as the European press and its EU partners are concerned. On the contrary, the emphasis on history has weakened Greece’s position and contributed to the albeit unrealistic impression that in this conflict Greek behaviour was, as Kentrotis saw from the German press, fanatical, hysterical and nationalistic. 

Literature:

  1. Clogg, Richard, A Concise History of Greece, Cambridge 1992, p. 2.
  2. Kentrotis, Kyriakos, The Macedonian Question as Presented in the German Press (1990-1994). In: Balkan Studies, vol. 36 nr. 2, Thessaloniki 1995.
  3. (Loon van, W., Het Griekse gelijk. Griekenland en de kwestie Macedonië. In: Lychnari 6/4, Amsterdam 1992).
  4. Economides, S., Greece and the New Europe in the 1990s. In: Philip Carabott, Greece and Europe in the Modern Period: Aspects of a Troubled Relationship, London 1995.
  5. Prodromos, Yannis, Greece’s Policies in the Post-Cold War Balkans. In: C.P. Danopoulos & K.G. Messas, Crises in the Balkans. Views from the Participants, Boulder/Oxford 1997, p. 153-168.
  6. Walldèn, Axel-Sotiris, Greece and the Macedonian State. In: Transitions vol. 36 nr. 1,2, 1995.

In: Hero Hokwerda (ed.) - Construction of Greek Past. Identity and Historical Consciousness from Antiquity to the Present. Groningen 2003.

Photo: Kees Klok


zondag 4 november 2018

Hoezo ode?




Op 13 november 1618 begon in Dordrecht de Nationale Synode van de Nederduits Gereformeerde Kerk. Een gebeurtenis die in Dordt op allerlei manieren wordt herdacht, onder de ietwat kolderieke kreet 'Ode aan de Synode'. Een ode is een lofdicht en het is nog maar de vraag of de Synode een lofdicht verdient. De kreet bekt ongetwijfeld lekker, maar is een beetje misplaatst. 

De Synode ging over een theologisch geschil binnen de kerk tussen de Gomaristen (ofwel Contra-Remonstranten) en Arminianen (ofwel de Remonstranten). De kern van het conflict was de interpretatie van het begrip predestinatie, iets waarvan weinig mensen heden ten dage wakker zullen liggen, maar dat in het door godsdiensttwisten verscheurde begin van de zeventiende eeuw de gemoederen hoog deed oplopen. Vooral omdat het godsdienstige geschil verbonden was met een politiek conflict. Dat tussen de opvattingen van landsadvocaat en pensionaris van Holland, Johan van Oldenbarnevelt, die een positie bekleedde die min of meer vergelijkbaar is met een minister-president nu, en die van graaf Maurits van Nassau, sinds de dood van zijn halfbroer Filips Willem (in februari 1618) ook prins van Oranje. Maurits was stadhouder van Holland, Zeeland, Gelderland, Utrecht en Overijssel en kapitein-generaal van het Staatse leger. Twee machtige mannen waarvan de visies op de buitenlandse politiek van de Republiek dermate heftig botsten dat het Van Oldenbarnevelt uiteindelijk letterlijk de kop kostte. De landsadvocaat steunde de Remonstranten, Maurits koos de kant van de Contra-Remonstranten. U kunt in menig geschiedenisboek nalezen hoe het precies zat, bijvoorbeeld in A. Th. van Deursen - Maurits van Nassau. De winnaar die faalde (Amsterdam 2000) of in Geschiedenis van de Nederlanden van J.H.C. Blom (vader van Wolkersbiograaf Onno Blom, maar dit terzijde) en E. Lamberts (Rijswijk 1993). Leuke kost voor donkere winteravonden.

De Synode die, als we de Remonstrantse predikant Bernardus Dwinglo mogen geloven, waarover Kees Sigmond schrijft in jaargang 2018 nummer twee van het tijdschrift van de vereniging oud-Dordrecht [Randverschijnselen bij de Dordtse Synode (1618-1619)], dan was de Synode één grote scheld- en pestpartij van de calvinistische Contra-Remonstranten jegens de Remonstranten, ofwel een voortdurende tirade van de scherpslijpers en fanatiekelingen tegen de meer verdraagzamen. Dwinglo, zo stelt Sigmond, zal enigszins hebben overdreven, maar uiteindelijk werden de Remonstranten de kerk uitgebonjourd en kon je als predikant na de Synode maar beter de op deze vergadering opgestelde Dordtse Leerregels ondertekenen, anders dreigde vervolging en verbanning, wat nooit een pretje is, maar zeker in die tijd niet. De vervolgingen duurden maar kort en uiteindelijk werden de Remonstranten wel weer getolereerd, al konden zij tot het einde van de Republiek geen bestuursfuncties vervullen, een lot dat zij deelden met de katholieken en anderen die niet tot de staatskerk behoorden, maar de Synode is in dit opzicht vooral een manifestatie van verdeeldheid. Hoezo ode?

Wel van positieve betekenis is het synodale besluit om de bijbel in het Nederlands te vertalen. Die vertaling was in 1637 gereed en werd bekrachtigd (en betaald) door de Staten-Generaal, zodat we sindsdien spreken over de Statenbijbel. De Statenbijbel is van groot belang voor het scheppen van meer eenheid in de Nederlandse taal en de ontwikkeling naar het huidige Algemeen Beschaafd Nederlands. Hadden we in de jaren tussen 1637 en nu maar niet zoveel spellingwijzigingen gehad, dan zou je het oorspronkelijke boek ook nu nog min of meer moeiteloos kunnen lezen. 

Het is van belang om invloedrijke historische gebeurtenissen te herdenken of te overdenken. Hopelijk gaan we daardoor ook meer de noodzaak beseffen van goed onderwijs in de geschiedenis. Sinds halverwege de vorige eeuw heeft de overheid een kwalijke rol gespeeld in de geleidelijke afbraak van het geschiedenisonderwijs. Zo'n beetje de helft van de middelbare schooljeugd heeft het vak niet eens meer als eindexamenvak. Daar krijg je mensen van die met een kreet als 'Ode aan de Synode' op de proppen komen.

Afbeelding: Beeldbank Regionaal Archief, Dordrecht.