dinsdag 6 november 2018

Ο Απόδημος Ελληνισμός στις Κάτω Χώρες

Στις Κάτω Χώρες – Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο-, όπου ο πληθυσμός ανέρχεται σε 28 εκκατομύρια κατοίκους, ζουν περίπου 37.500 Έλληνες ή ελληνικής καταγωγής πολίτες. Ο αριθμός αυτός αν συγκριθεί με τησυρροή των Τούρκων και Μαροκινών που εγκαταστάθηκαν στις Κάτω Χώρες κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, σίγουρα οι Έλληνες αποτελούν μια μικρή εθνότητα. Οι πιο πολλοί Έλληνες ζουν στο Βέλγιο και ανέρχονται σε 25.000. Στην Ολλανδία κατοικούν κάπου 11.000, ενώ στο Λουξεμβούργο κατ’εκτίμηση γύρω στους 1500. Σ’όλες τις περιπτώσεις έχουν υπολογιστεί και οι Έλληνες με διπλή υπηκοότητα.

Η ελληνική μετανάστευση στις Κάτω Χώρες χωρίζεται σε γενικές γραμμές σε δύο περιόδους: η μία ξεκινά από το 1700 και φτάνει μέχρι το 1950 και η άλλη από το 1950 έως το 1980 περίπου. Οι πιο πολλοί Έλληνες ήρθαν τη δεύτερη περίοδο στις Κάτω Χώρες. Η ιστορική πορεία της μετανάστευσης των Ελλήνων στις Κάτω Χώρες, τα πιο σημαντικά μέσα διαβίωσης των μεταναστών, ο τρόπος με τον οποίο οργανώθηκαν και η συμμετοχή τους στην κοινωνική ζωή της νέας τους πατρίδας αποτελούν κεντρικά θέματα του άρθρου αυτού.

Ήδη από το δέκατο έβδομο αιώνα απαντώνται Έλληνες στις Κάτω Χώρες. Το γεγονός αυτό δε θα πρέπει να προκαλεί έκπληξη. Η Δημοκρατία των Ενωμένων Κάτω Χωρών - το προηγούμενο καθεστώς της σημερινής Ολλανδίας - διατηρούσε από το 1588, σχεδόν από την ίδρυσή του πολλές εμπορικές επαφές με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και ήταν ακριβώς οι Έλληνες οι εντός της Αυτοκρατορίας αυτής που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο διεθνές εμπόριο. Στο τέλος του δέκατου έβδομου αιώνα εγκαταστάθηκαν λίγοι έλληνες έμποροι στο Άμστερνταμ και με την πάροδο του χρόνου συστάθηκε μια μικρή ελληνική εμπορική παροικία που επέζησε μέχρι τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα. Κυρίως έμποροι από τη Σμύρνη πρωτοστάτησαν στην κοινότητα, αλλά και άνθρωποι των γραμμάτων από την ομάδα ανταλλαγής σπουδαστών και ναυτικοί που εγκαταστάθηκαν στα λιμάνια. Το μέγεθος της παροικίας δεν έγινε γνωστό, πάντως η οικονομική της δύναμη ήταν προφανώς αρκετή για να ιδρυθεί το 1763 εκκλησία, η Αγία Αικατερίνη, σε οικία στην οδό Άουντεζέιντσφόρμπουρχβάλ.

Ένα από τα πιο ονομαστά, αλλά προσωρινά μέλη της κοινότητας του Άμστερνταμ υπήρξε ο Αδαμάντιος Κοραής που ήρθε για σπουδές το 1771. Το ανεκτικό και διανοουμενίστικο κλίμα της Δημοκρατίας, που προέκυψε από ένα μείγμα προτεσταντισμού και κοσμοπολίτικου πνεύματος, συνετέλεσε ώστε οι ιδέες του Διαφωτισμού που άνθιζαν την εποχή εκείνη να συζητιούνται ελεύθερα. Η κατάσταση αυτή επηρέασε πλατιά τον Κοραή, όπως φάνηκε αργότερα σε πολλά από τα γραπτά του κείμενα.

Μετά το 1820 η κοινότητα άρχισε σταδιακά να μειώνεται σε αριθμό. Δε διευκρινίστηκε ο λόγος, αλλά πιθανόν μία από τις αιτίες ήταν η οικονομική παρακμή της Ολλανδίας κατά την περίοδο που περιήλθε υπό την επιρροή της Γαλλίας (1795-1813). Το Άμστερνταμ έχασε για πάντα τη θέση που κατείχε ως ένα από τα αξιολογότερα εμπορικά κέντρα της Δυτ. Ευρώπης. Ενδεικτικό της παρακμής της ελληνικής παροικίας είναι το γεγονός ότι από το 1852 Ρώσοι ιερείς πια, από την ακολουθία της Άννας Παύλοβα, της συζύγου του βασιλιά Γουλιέλμου Β, λειτουργούσαν στο ναό της Αγίας Αικατερίνης μέχρι το τελικό κλείσιμό του, το 1866. 

Οι Έλληνες υπήρξαν θαλασσοπόροι από παλιά. Έτσι δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι σε πόλεις-λιμάνια, όπως: Αμβέρσα, Ρότερνταμ και Άμστερνταμ συναντά κανείς έλληνες ναυτικούς που έμειναν στην ξηρά, πολύ συχνά λόγω γάμου με Ολλανδέζα ή Φλαμανδέζα. Μόλις εμφανιστεί κάπου ένα γκρουπ Ελλήνων, αμέσως τις πιο πολλές φορές θα συσταθεί μια κοινότητα με πρώτο στόχο την ίδρυση ελληνορθόδοξης εκκλησίας και ελληνικού σχολείου. Αυτό ισχύει, παραδείγματος χάρη, για την κοινότητα της Αμβέρσας που ιδρύθηκε το 1911. 

Κατά τη δεκαετία του ’20 του προηγούμενου αιώνα, κυρίως μετά τη Μεγάλη Καταστροφή, εκτός από ναυτικοί εγκαταστάθηκαν κι άλλοι Έλληνες επίσης στις Κάτω Χώρες. Ένα μέρος αυτών ήταν πρόσφυγες από τη Μικρασία που ασχολήθηκαν με το εμπόριο στις Βρυξέλλες, Ρότερνταμ,Ουτρέχτη κ.α. Μερικοί από αυτούς τους μετανάστες άρχισαν δική τους δουλειά, συχνά με επιτυχία, όπως ο γουνέμπορος Χαρίλαος Χιοτάκης και ο έμπορος κρασιών Κλεομένης Αριτζής στην Ουτρέχτη ή ο Λεωνίδας Κεστεκίδης στις Βρυξέλλες του οποίου η γνωστή φίρμα σοκολάτας «Λεωνίδας» λειτουργεί με 2500 καταστήματα σ’ολόκληρο τον κόσμο. Την περίοδο αυτή άνθιζε επίσης το εμπόριο καπνού, που κι αυτό προσέλκυσε Έλληνες στις Κάτω Χώρες. Στο Μπιλτόβεν η φίρμα Βαφειάδη και στο Άμστερνταμ η Γιοκαρίνι ίδρυσαν ελληνικά εργοστάσια τσιγάρων, τα οποία παρ’όλα αυτά ήδη πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο εξαφανίστηκαν πάλι.

Αν και η μετανάστευση μετά το 1920 αυξήθηκε, θα ήταν υπερβολή να μιλούμε για μεγάλο αριθμό ατόμων. Ακόμη το 1953, για παράδειγμα, ήταν εγγεγραμμένοι στο Ελληνικό Προξενείο του Ρότερνταμ 41 Έλληνες, από τους οποίους οι περισσότεροι από τους μισούς έμεναν στο Ρότερνταμ.

Παρά τον μικρό αριθμό Ελλήνων το 1946 ιδρύθηκε η Ένωση Ελλήνων Ολλανδίας. Σκοπός
της ήταν η ίδρυση και λειτουργία μιας ελληνορθόδοξης εκκλησίας στο Ρότερνταμ. Με την οικονομική ενίσχυση Ελλήνων επιχειρηματιών της Ολλανδίας και λίγων εφοπλιστών το 1957 τελείωσε ο ναός κατά τα βυζαντινά πρότυπα και αφιερώθηκε στη μνήμη του Αγίου Νικολάου.

Εντωμεταξύ η δομή της μετανάστευσης των Ελλήνων προς τις Κάτω Χώρες άλλαξε ριζικά. Δεν γινόταν πια λόγος για μεμονωμένους ναυτικούς, εμπόρους και βιοτέχνες (που έρχονταν συχνά από την Ελλάδα μέσω οικογενειακών συνδέσεων) ή για μερικούς πολιτικούς πρόσφυγες. Από το 1953 άρχισε να εμφανίζεται η εργατική μετανάστευση, στην αρχή δειλά, αλλά σύντομα σε μεγάλη κλίμακα.

Η εργατική αυτή μετανάστευση κατευθύνθηκε αρχικά προς τις περιοχές των ορυχείων του Βελγίου, όπου ήδη από το 1946 εργάζονταν πολλοί ιταλοί εργάτες. Εξαιτίας όμως των εξαιρετικά άθλιων και επικίνδυνων συνθηκών εργασίας των ορυχείων η ιταλική κυβέρνηση δυσχέρανε συνέχεια την αναχώρηση μεταναστών στο Βέλγιο. Ύστερα μάλιστα από ένα σοβαρό ατύχημα που συνέβη στα ορυχεία το 1954 οι Ιταλοί πάγωσαν προσωρινά τη συνεργασία τους, βάσει της ιταλοβελγικής συμφωνίας προσέλκυσης εργατών του 1946. Αυτό εξανάγκασε τη βιομηχανία των ορυχείων, που πάλευε για επιβίωση, λόγω μεγάλης έλλειψης εργατικού δυναμικού, να στραφεί προς άλλες χώρες για προσέλκυση εργατών.

Παρόλο που μόλις το 1957 υπογράφτηκε σύμβαση πρόσληψης εργατών μεταξύ Βελγίου και Ελλάδας, στην πράξη η προσέλκυση ξεκίνησε γύρω στο 1954. Νωρίτερα ήδη το 1953 έφτασε στα ορυχεία μια μικρή πρώτη αποστολή περίπου 90 αντρών. Η πρόσληψη έγινε σε στενή συνεργασία με το ελληνικό υπουργείο Εργασίας και ήταν μια κυρίως ελεγχόμενη κρατική διαδικασία. Αυτό σε αντίθεση με τον ερχομό των Ελλήνων στην Ολλανδία, όπου η μετανάστευση διεξήχθηκε «αυθόρμητα », με πολύ λιγότερο έλεγχο από τις αρχές. 

Αρχικά το υπουργείο συμφώνησε με την προσέλκυση κάπου 4000-5000 αντρών, οι οποίοι θα έπρεπε να είχαν συμπληρώσει τουλάχιστον το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους. Σε ομάδες των 400-500 αντρών το μήνα έφταναν με το τρένο στο Βέλγιο. Εκεί τους περίμενε η σκληρή και επικίνδυνη δουλειά στα ανθρακωρυχεία, οι άθλιες συνθήκες στέγασης (μερικές φορές σε παράγκες κακής ποιότητας) και μια διατροφή τελείως ξένη προς τις ελληνικές γεύσεις. Οι εργοδότες επίσης τους φέρονταν κάπως δεσποτικά. Έκαναν τα πάντα, ώστε να μην αναμειγνύουν τους Έλληνες με τους Ιταλούς. Αυτό προπαντός από φόβο μην επεκταθεί η επιρροή των ιταλικών συνδικάτων και στους έλληνες εργάτες. Επιπλέον τα έσοδά τους ήταν απογοητευτικά, επειδή τα έξοδα στέγης και διατροφής αφαιρούνταν από το μισθό τους .

Συνεπώς δεν είναι άξιον απορίας γιατί πολλοί Έλληνες αναζήτησαν καλύτερες συνθήκες εργασίας σε μία από τις γειτονικές χώρες, μόλις τους δόθηκε η ευκαιρία. Σ ’αυτό συνέβαλε η αλματώδης ζήτηση εργατικού δυναμικού στη Δυτική Γερμανία κι από τις αρχές του 1960 στην Ολλανδία. Ένα παράδειγμα της εξόδου αυτής αναφέρει ο Διαλεκτόπουλος και δηλώνει ότι απ’τους 14.642 αλλοδαπούς εργάτες, μεταξύ των οποίων κι Έλληνες, που προσλήφθηκαν για τα ορυχεία το 1963, είχαν ήδη εγκαταλείψει το Βέλγιο οι 12.049, την άνοιξη του 1964. 

Σε μια προσπάθεια αναχαίτισης της εξόδου, δόθηκαν κάποιες παροχές στους ανθρακωρύχους όπως: ατομικές κατοικίες και ευνοϊκά δάνεια για δυνατή επίτευξη της οικογενειακής επανασύνδεσης. Επίσης με την εξασφάλιση πενταετούς συμβολαίου δόθηκε άδεια εργασίας, ανεξαρτήτου επαγγέλματος, κατά προτεραιότητα σε όλα τα μέλη της οικογένειας του ανθρακωρύχου. Παρά τις παροχές αυτές η έξοδος συνεχίστηκε σε μεγάλη κλίμακα και δε διασφαλίστηκε το συμβόλαιο ούτε του ενός τρίτου των εργατών.

Η μετανάστευση προς το Βέλγιο σχεδόν σταμάτησε προς τα τέλη της δεκαετίας του ’60, κυρίως εξαιτίας της αλλαγής των οικονομικών συνθηκών στη Δυτική Ευρώπη. Ολιγάριθμοι Έλληνες εγκαθίστανται ακόμη στο Βέλγιο στα πλαίσια της οικογενειακής επανασύνδεσης (λόγω γάμου) ή ως εργαζόμενοι σε ελληνικά εστιατόρια που έγιναν δημοφιλή στη δεκαετία του ’80. Γίνεται επίσης λόγος μετανάστευσης με αντίθετη κατεύθυνση, κυρίως ηλικιωμένων Ελλήνων οι οποίοι ξαναγύρισαν στην πατρίδα μετά τη συνταξιοδότησή τους. Τόσο στις Βρυξέλλες όσο και στο Λουξεμβούργο κατοικούν έλληνες υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των οποίων η παραμονή είναι κυρίως προσωρινή. 

Κατά τη δεκαετία του ’50 στην Ολλανδία δεν υπήρχε μαζική εργατική μετανάστευση. Οι λίγοι Έλληνες που εγκαταστάθηκαν εδώ, ήρθαν αρχικά για περαιτέρω σπουδές και παρέμειναν όπως ο Θεόδωρος Θεοδωρίδης ο οποίος έγινε αργότερα καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ουτρέχτης, στον τμήμα αγγειοχειρουργικής και μεταμοσχεύσεων. Κατέφθανε επίσης και από κανένας πρόσφυγας εξαιτίας της τότε πολιτικής καταπίεσης στην Ελλάδα, όπως ο Νίκος Σιδέρης και η σύζυγός του Δήμητρα, η οποία στα τελευταία χρόνια της ζωής της αποδείχτηκε και συγγραφικό ταλέντο.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, λόγω της εξαιρετικά ραγδαίας ανάπτυξης της οικονομίας στην Ολλανδία, ανάκυψε στη βιομηχανία η ανάγκη εργατικού δυναμικού με στοιχειώδη εκπαίδευση. Αυτό πρόσφερε την ευκαιρία για καλύτερες συνθήκες εργασίας στους Έλληνες των βελγικών ορυχείων, γι’αυτό από το 1962 σημειώθηκε μια έξοδος από το Βέλγιο προς την Ολλανδία. Μερικές φορές υπήρχαν ενεργοποιημένοι έλληνες διαμεσολαβητές που πληρώνονταν, τόσο από τους μετανάστες όσο και από τους εργοδότες. Ερχόταν επίσης κανείς μέσω άλλων οικογενειακών μελών ή φίλων ήδη εγκαταστημένων που φρόντιζαν για την υποδοχή και την εργασία του. Αποκλειόταν η ελεγχόμενη κρατική προσέλκυση εργατών. Κατά τον ίδιο τρόπο ερχόταν κανείς και κατευθείαν από την Ελλάδα .

Αν και η Ολλανδία με την Ελλάδα συνήψαν το 1962 μια προσωρινή συμφωνία προσέλκυσης, και το 1966 μία οριστική, ωστόσο πραγματική πρόσληψη υπήρξε μόνο σε πολύ μικρή κλίμακα Ο Φερμέυλεν υπολογίζει τον αριθμό Ελλήνων που προσλήφθηκαν από τους βιομήχανους σε 1500 περίπου. Ο χαρακτήρας της μετανάστευσης παρέμεινε σε υψηλό βαθμό αυθόρμητος.

Παρόλο που εκ μέρους της Ολλανδίας η προσέλκυση Ελλήνων από το Βέλγιο (και τη Γερμανία) δεν έγινε ποτέ νόμιμα, τα βελγικά ορυχεία πίεσαν έγκαιρα το κράτος για λήψη μέτρων, προπαντός όταν το 1963 το ρεύμα εξόδου προς την Ολλανδία πήρε μεγάλες διαστάσεις. Τότε μεσολάβησε η ολλανδική κυβέρνηση. Από το 1964 οι βιομηχανίες που ήθελαν να προσλαμβάνουν Έλληνες από το Βέλγιο ή τη Γερμανία, μπορούσαν να το κάνουν μόνον αν οι ενδιαφερόμενοι προσκόμιζαν ένα επίσημο πιστοποιητικό απόλυσης. Αυτό το μέτρο οδήγησε σε δραστική υπαναχώρηση της ελληνικής μετανάστευσης από το Βέλγιο.

Κατά τα χρόνια 1962-1965 η μετανάστευση των Ελλήνων στην Ολλανδία έφτασε στο αποκορύφωμά της, αλλά για πολλούς μετανάστες η παραμονή ήταν μικρής διάρκειας. Οι πιο πολλοί, μετά από μερικά χρόνια, εγκατέλειψαν και την Ολλανδία, γιατί αντιμετώπισαν προβλήματα προσαρμογήςμερικά απ’ αυτά ήταν η αφιλόξενη νοοτροπία των Ολλανδών και κυρίως η λιγοστή και απλή διατροφή στις πανσιόν ή στις οικογένειες με ενοικιαζόμενα δωμάτια, όπου έμεναν αρχικά. Άλλοι σε μικρό διάστημα αποταμίευσαν αρκετά χρήματα, ώστε να ξεκινήσουν δική τους δουλειά πίσω στην πατρίδα, ενώ για αρκετούς η γερμανική βιομηχανία φάνηκε να προσφέρει ελκυστικότερη προοπτική από την ολλανδική.

Το 1965 ξεκίνησε η οικογενειακή επανασύνδεση. Αυτό σήμαινε για πολλούς μετανάστες μία μεγάλη βελτίωση συγκριτικά με τη ζωή στις τυπικά ανδρικές και συχνά διοικούμενες μιλιταριστικά πανσιόν. Η οικογενειακή επανασύνδεση επίσης είχε ως αποτέλεσμα να ιδρυθούν κοινότητες στα κυριότερα μέρη όπου ζούσαν Έλληνες, όπως ακριβώς συνέβη πριν στο Βέλγιο. Αυτές φρόντισαν για μερικές απαραίτητες ανάγκες, όπως: ίδρυση εκκλησίας, σχολείου, καφενείου και πολιτιστικών και αθλητικών συλλόγων. Αποσπώνται μέχρι σήμερα ιερείς και εκπαιδευτικοί από την Έλλάδα για να καλύπτουν τις θρησκευτικές και γλωσσικές ανάγκες των μεταναστών. Η αθρόα επανασύνδεση της οικογένειας στην Ολλανδία συντελείται κατά το διάστημα 1968-1972. Η ελληνική μετανάστευση στην Ολλανδία σταματά μετά το 1980. Οι Έλληνες που συμπτωματικά έρχονται ακόμη είναι εξαιτίας γάμου (κυρίως με ολλανδό σύντροφο), λόγω σπουδών ή για να δουλέψουν σε ένα από τα πολύ δημοφιλή ελληνικά εστιατόρια στην Ολλανδία, που εκτιμάται ότι φτάνουν τα 400! Απ’τα τέλη της δεκαετίας του ’70 επιστρέφουν πάντως πιο πολλοί Έλληνες, κυρίως της πρώτης γενιάς, από την Ολλανδία στην πατρίδα παρά το αντίθετο.

Αξιοσημείωτο είναι το σχετικά υψηλό ποσοστό ολλανδοελληνικών γάμων. Ήδη το 1985 ο αριθμός αυτός κυμαινόταν στο 24% μέσα στη ελληνική κοινότητα. Ένα άλλο αξιοπρόσεχτο φαινόμενο είναι ότι από τους Έλληνες που παρέμειναν ένας μεγάλος αριθμός, κατ’εκτίμηση κάπου 50%, έχει αποκτήσει την ολλανδική υπηκοότητα. Η πολιτογράφηση γίνεται εύκολα, επειδή το ολλανδικό κράτος δεν εμποδίζει και τη διατήρηση της ελληνικής υπηκοότητας.

Η δομή της μετανάστευσης στο Λουξεμβούργο διαφέρει απ’αυτήν των άλλων Κάτω Χωρών. Δεν υπάρχουν εδώ ναυτικοί που παρέμειναν. Επιπλέον έφτασαν οι πρώτοι Έλληνες μόλις το 1955. Το Λουξεμβούργο δε γνώρισε καμιά μεγάλης κλίμακας εργατική μετανάστευση από την Ελλάδα. Η παρουσία των πιο πολλών Ελλήνων συνδέεται με τις υπηρεσίες του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εγκαταστάθηκαν εκεί με την πάροδο του χρόνου.

Οι Έλληνες ανήκουν στην καλύτερη οργανωμένη εθνότητα στις Κάτω Χώρες. Ήδη πριν από την εισροή του μεγάλου ρεύματος των μεταναστών υπήρχαν μερικές ελληνικές κοινότητες και κάποιοι σύλλογοι. Την κοινότητα της Αμβέρσας ήδη την αναφέραμε. Η κοινότητα των Βρυξελλών ιδρύθηκε το 1943 από έλληνες εμπόρους που ήδη έμεναν εκεί. Στην Ολλανδία υπήρχε η Ένωση Ελλήνων Ολλανδίας που έχει αναφερθεί πιο πάνω. Κατά τη διάρκεια της εργατικής μετανάστευσης έλαβε χώρα μια μεγάλη άνθηση κοινοτήτων και συλλόγων. Αυτή τη στιγμή λειτουργούν κάπου είκοσι κοινότητες. Η μεγαλύτερη στο Βέλγιο είναι η κοινότητα Βρυξελλών, ενώ στην Ολλανδία η κοινότητα Ουτρέχτης. Στο Λουξεμβούργο η ελληνική κοινότητα ιδρύθηκε το 1964. Οι κοινότητες γενικά αναπτύσσουν πολλές δραστηριότητες. Όπου υπάρχει ελληνική εκκλησία και ελληνικό σχολείο, θα τύχουν της υποστήριξής τους. Όπου δεν υπάρχει ελληνικό σχολείο μερικές φορές μόνη της η κοινότητα, σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές, φροντίζει για τμήματα ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού και μάλιστα ορισμένες διαθέτουν και τμήματα εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας για αλλοδαπούς, καθώς και τμήματα της τοπικής γλώσσας για Έλληνες, όπως: στην Ουτρέχτη και στις Βρυξέλλες. Επιπλέον αναπτύσσουν και πολιτιστικές δραστηριότητες. Οι παραπάνω κοινότητες διαθέτουν, για παράδειγμα, χορευτικά παραδοσιακά συγκροτήματα και τμήματα εκμάθησης ελληνικών χορών. Στην Ουτρέχτη υπάρχει βιβλιοθήκη με δανειστικό τμήμα, ενώ στις Βρυξέλλες λειτουργεί ερασιτεχνική ομάδα θεάτρου, καθώς και στο Λουξεμβούργο, όπου υπάρχουν ενσωματωμένες στον Πολιτιστικό Κύκλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι ομάδες «ελληνική κουλτούρα και χοροί» και «το ελληνικό θέατρο στο Λουξεμβούργο». Επίσης κι άλλες κοινότητες έχουν τέτοιου είδους δραστηριότητες, αλλά δυστυχώς, λόγω της περιορισμένης έκτασης αυτού του άρθρου, δεν μπορούμε να τις ονομάσουμε όλες. Δίπλα στις κοινότητες υπάρχουν επίσης μερικοί ελληνικοί σύλλογοι που είναι οργανωμένοι κατά περιοχή, όπως ο σύλλογος Ποντίων στο Χόρινχεμ, των Κρητών στην Ουτρέχτη, των Μακεδόνων και των Ηπειρωτών στις Βρυξέλλες ή εξ επαγγέλματος, όπως των Ελλήνων Επιστημόνων Ολλανδίας κ.τ.λ.

Μία εξαιρετικά οδυνηρή περίοδος για τις κοινότητες υπήρξε η εποχή της δικτατορίας στην Ελλάδα (1967-1974). Το ελληνικό κράτος την εποχή εκείνη, μέσω των αποσπασμένων δασκάλων και παπάδων, προσπάθησε να επέμβει δυναμικά στις κοινότητες των μεταναστών, που ορισμένες μάλιστα είχαν χωριστεί σε δύο παρατάξεις. Οι πρεσβείες και τα προξενεία προσπαθούσαν να βάζουν στα συμβούλια των κοινοτήτων χουντικούς. Αυτό οδήγησε σε ορισμένα μέρη, όπως στην Ουτρέχτη κ.α. στη σύσταση δύο κοινοτήτων. Κυρίως στην Ολλανδία όπου η κυβέρνηση τάχτηκε τελείως αντίθετη προς τη χούντα, προξενήθηκαν μερικές φορές μεγάλες εντάσεις μεταξύ των ελλήνων χουντικών και εκείνων που, με την πλήρη στήριξη των Ολλανδών, προσπάθησαν να βοηθήσουν την αντίσταση στην Ελλάδα. Πέρασαν χρόνια, μετά την πτώση της χούντας, πριν επουλωθούν κάπως οι πληγές που προξενήθηκαν κατά την περίοδο αυτή και επανέλθει η ενότητα στις κοινότητες . 

Η εκπαίδευση της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού παρέχεται γενικά από εκπαιδευτικό δυναμικό που αποσπάται από την Ελλάδα. Όπου υπάρχει ικανός αριθμός ελλήνων μαθητών παρέχονται μαθήματα ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού εντός του βελγικού και ολλανδικού εκπαιδευτικού συστήματος. Στην Ολλανδία πάντως το είδος αυτό της εκπαίδευσης κινδυνεύει να εξαφανιστεί, επειδή το ολλανδικό κράτος έχει μεγάλες απαιτήσεις ως προς τη γνώση της ολλανδικής και τις διδακτικές ικανότητες του εκπαιδευτικού προσωπικού και απαιτεί προπαντός να υπάρχει στο σχολείο ένας ικανός αριθμός μαθητών μιας συγκεκριμένης εθνότητας. Ο αριθμός αυτός τις πιο πολλές φορές δε συμπληρώνεται από μία μικρή εθνότητα, όπως η ελληνική, με αποτέλεσμα η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού εντός του ολλανδικού εκπαιδευτικού συστήματος να σπανίζει. Παρέχεται μόνο στην Ουτρέχτη και στο Χόρινχεμ. Ωστόσο υπάρχουν τα ελληνικά σχολεία εκτός του σχολικού προγράμματος, τα λεγόμενα μη ενταγμένα τα οποία λειτουργούν μία ή δύο φορές την εβδομάδα. Παρ’όλα αυτά το είδος αυτό της εκπαίδευσης παρουσιάζει πολλά προβλήματα. Η επικοινωνία μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών και κυρίως αυτών που προέρχονται από μεικτούς γάμους ή είναι τρίτης γενιάς δεν είναι πάντοτε εύκολη. Οι δάσκαλοι δεν κατέχουν συνήθως την τοπική γλώσσα, ενώ η ελληνική των μαθητών συχνά είναι ανεπαρκής. Επίσης οι διδακτικές μέθοδοι των Ελλήνων δεν ταιριάζουν πάντοτε με αυτές των Βέλγων και προπαντός των Ολλανδών.

Όσον αφορά στη εκπαίδευση των παιδιών των μεταναστών μπορεί γενικά να ειπωθεί ότι ένα μεγάλο μέρος της δεύτερης γενιάς ακολούθησε επαγγελματική εκπαίδευση, αλλά τα παιδιά της τρίτης γενιάς, συγκριτικά με άλλες εθνότητες, σίγουρα σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό παρακολουθούν ανώτερη ή πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Ο υψηλός βαθμός ενσωμάτωσης των Ελλήνων στην κοινωνία, το σχετικά υψηλό ποσοστό μεικτών γάμων, και το ενδιαφέρον των γονιών για την εκπαίδευση των παιδιών τους θα πρέπει να είναι αναμφίβολα οι λόγοι.

Πριν από το μεταναστευτικό κύμα υπήρχαν λίγες ελληνορθόδοξες εκκλησίες στις Κάτω Χώρες, όπως στην Αμβέρσα και στις Βρυξέλλες. Εκκλησιαστική οργάνωση υπήρξε μόνο με την εργατική μετανάστευση, όταν εμφανίστηκε ένας αριθμός εκκλησιών. Το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης τότε, το1969, ίδρυσε μία νέα εξαρχία, τη Μητρόπολη των Κάτω Χωρών. Ο Μητροπολίτης έχει την έδρα του στις Βρυξέλλες με δυο επισκόπους στο Ρότερνταμ και στο Μπέρχεν (Μονς). Σε κάθε ελληνική κοινότητα με ικανό αριθμό μελών ιδρύθηκε μία ελληνορθόδοξη εκκλησία ,σχεδόν πάντοτε με χρήματα των μελών της κοινότητας. Σε μερικές περιπτώσεις χαρίστηκε η εκκλησία μερικώς ή πλήρως από ευεργέτες στην κοινότητα, όπως αυτή της Ουτρέχτης από τον Χιοτάκη και του Χρόνινγκεν από τους αδελφούς Κουματίδη, ενώ στις Βρυξέλλες το ελληνικό σχολείο υπήρξε προσφορά του Κεστεκίδη.

Αναφέραμε ήδη ότι οι Έλληνες ενσωματώθηκαν σε μεγάλο βαθμό στην ολλανδική κοινωνία τα αποτελέσματα των Ελλήνων στην ολλανδική εκπαίδευση, οι μεικτοί γάμοι και ο μεγάλος αριθμός πολιτογράφησης είναι ικανές αποδείξεις. Παρόλο που αποτελούν μία μικρή εθνότητα πολλοί Έλληνες συνεισφέρουν στην ολλανδική κοινωνία. Ήδη αναφέραμε τον Θεόδωρο Θεοδωρίδη, ο οποίος, αφού αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή Αθηνών, ήρθε στην Ολλανδία και μετά από περαιτέρω σπουδές ολοκλήρωσε ως καθηγητής αγγειοχειρουργικής και μεταμοσχεύσεων μια λαμπρή καριέρα στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης. Μετά τη σύνταξή του στράφηκε προς τη συγγραφή βιβλίων με ιστορικό περιεχόμενο, όπως : «Χρονικό της Ενώσεως Ελλήνων Ολλανδίας (1946-1996)» και μία πρόσφατη μελέτη «Οι Έλληνες της Μαύρης Θάλασσας».

Μια άλλη αξιόλογη προσωπικότητα είναι ο Αθανάσιος Αποστόλου που σπούδασε Θεολογία στην Αθήνα και στο Άμστερνταμ και ο οποίος από το 1989 μέχρι τις εκλογές του 2002 υπήρξε βουλευτής του ολλανδικού κοινοβουλίου με το εργατικό κόμμα (P.v.d.A). Αν ανατρέξουμε παλιότερα, το 1929 για παράδειγμα, θα βρούμε τη βυζαντινολόγο Σοφία Αντωνιάδου η οποία υπήρξε η πρώτη γυναίκα που αναγορεύθηκε καθηγήτρια στο μέχρι τότε ανδροκρατούμενο Πανεπιστήμιο του Λέυντεν. 

Επίσης στις τέχνες οι Έλληνες έχουν αναπτύξει μεγάλη δραστηριότητα. Ο Τάκης Σιδέρης κάνει καριέρα στην ελληνική παραδοσιακή μουσική, ο Γεώργιος Σεϊτάνης, απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών, εκθέτει ζωγραφική και εικονογραφία στο Λουξεμβούργο. Στις Βρυξέλλες ο γιατρός και ζωγράφος Γεώργιος Κόκκινος, καθώς και αρκετοί άλλοι ζωγράφοι και γλύπτες που δυστυχώς στα στενά πλαίσια του άρθρου αυτού δεν μπορούμε παρά να αναφέρουμε ελάχιστους. Η κοινωνική προσφορά του απόδημου ελληνισμού θα άξιζε ένα ξεχωριστό άρθρο. 

Ήδη από το δέκατο έβδομο αιώνα ζουν ολιγάριθμοι Έλληνες στις Κάτω Χώρες. Κατά τις δεκαετίες του ’50 και ’60 του προηγούμενου αιώνα εισέρευσε ένα κύμα μεταναστών που οδήγησε στην ίδρυση πολλών ελληνικών οργανώσεων στις Κάτω Χώρες που υπάρχουν μέχρι σήμερα, παρά το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος των μεταναστών, μετά από κάποιο διάστημα, εγκατέλειψε τις Κάτω Χώρες. Οι Έλληνες που παραμένουν εξακολουθούν να είναι λίγοι, αλλά είναι καλά οργανωμένοι και ενσωματωμένοι και ως εθνότητα, μολονότι μικρή, παίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο στις κοινωνίες της Ολλανδίας, του Βελγίου και του Λουξεμβούργου. 


Κείμενο : Κορνήλιος Κλοκ 
Μετάφραση και γλωσσική επιμέλεια : Στέλλα Τιμωνίδου
Ντόρντρεχτ, Μάρτιος 2002 

Το αρχικό ολλανδικό κείμενο βρίσκεται στο: Kees Klok - Balancerend op de rand van Europa. Aspecten van de moderne Griekse geschiedenis en actualiteit. Uitgeverij Liverse, Dordrecht 2013.

Ο Κορνήλιος Κλοκ (Κees Klok) σπούδασε σύγχρονη Ιστορία στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης. Μετά από τις μεταπτυχιακές του σπουδές ειδικεύτηκε στην Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας και δημοσίευσε πολλά σχετικά άρθρα. Δραστηριοποιείται επίσης ως ποιητής και μεταφραστής. Μαζί με τη Στέλλα Τιμωνίδου μετέφρασε μεταξύ άλλων ποίηση της Ζωής Καρέλλη, Νίκου Καρούζου, Κικής Δημουλά, Γιάννη Κοντού, Ανέστη Ευαγγέλου και Ντίνου Χριστιανόπουλου. Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού Κruispunt και μέλος της Ολλανδικής Εταιρίας Νεοελληνικών Σπουδών. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Apostolou, A. – Grieks-orthodoxe christenen in Nederland. Het Christelijk Oosten, vol. 32, 1980.
Βεντούρα Λίνα – ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΣΤΟ ΒΕΛΓΙΟ. Αθήνα 1999.
Blom, J.C.H. & Lamberts, E (ed.) – Geschiedenis van de Nederlanden. Amsterdam 1994.
Boom, Joeri– ‘Jezus was een sociaal-democraat.’ De Groene Amsterdammer, 28-4-2001.

Διαλεκτόπουλος, Αθανάσιος– ΕΛΛΗΝΕΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΣΤΑ ΟΡΥΧΕΙΑ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ. Ο ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ 2, Ουτρέχτη 1999.

Θεοδωρίδης, Θεόδωρος Ι. – ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΝΩΣΕΩΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΛΛΑΝΔΙΑΣ 1946 – 1996. Ουτρέχτη 1996.

Giannakos, Dimitris – Charilaos Chiotakis. De vluchteling die hofleverancier werd. Lychnari 4, Amsterdam 1997.

Heesse, Marjan– 25 jaar Herboren, de Griekse gemeenschap van Utrecht viert feest. Lychnari 3, Amsterdam 2000.

Koster, Daniël– Een Griekse Diamant op de Amsterdamse Wallen. Lychnari 5, Amsterdam 2001.

Mijnten, Kees – De belevingswereld van de tweede generatie. Van ‘Turkie Turkie’ tot bekrompenheid. Lychnari 3, Amsterdam 1997.

Mokos, Panayota – Partnerkeuze bij Griekse migranten in Genk en Brussel: tussen traditie en moderniteit. Tetradio 10. Gent 2001.

Mulder, Liek/ Doedens, Anne & Kortlever, Yolande – Geschiedenis van Nederland. Van prehistorie tot heden. Apeldoorn 1989.

Sideri, Dimitra, Vaderlanden, verhaal van een Griekse in Nederland. Groningen 1992.

Τιμωνίδου, Στέλλα - Ελληνόγλωσση εκπαίδευση. Τμήματα μητρικής γλώσσας και πολιτισμού στην Ολλανδία. Ο ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ 1-2, Ουτρέχτη 1997.

Τιμωνίδου, Στέλλα - Η μητρική γλώσσα στο σχολείο-έρευνα LIZE. Ο ρόλος και η χρησιμότητά της. Ο ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ 2-4, Ουτρέχτη 1997.

Vermeulen H. & Van Attekum, M.– De Grieken. Migranten in de Nederlandse samenleving. Muiderberg 1985.



Geen opmerkingen:

Een reactie posten

Opmerking: Alleen leden van deze blog kunnen een reactie posten.